Κυριακή 22 Μαρτίου 2026

Via Doloris στο Metal View: Yπάρχει μια αναζήτηση για κάτι μεγαλύτερο έξω από τον εαυτό μας

Ο Gildas Le Pape πήρε και έδωσε πολλά μαζί με τους Satyricon, σαν κιθαρίστας τους για αρκετά χρόνια. Με την αποχώρησή του από τους Νορβηγούς θρύλους, ήρθε και η αποχή του από το black metal. Σαν ανήσυχο πνεύμα όπως είναι όμως, επανήλθε, με το προσωπικό του project, τους Via Doloris, κι ένα σκοτεινό, ερμητικό, μα και ποικίλο ντεμπούτο. Ο ίδιος ο μουσικός μιλάει στο Metal View για την μαυρομεταλλική επιστροφή του, και όσα διακυβεύονται στο "Guerre Et Paix".


-Αρχικά, πως προέκυψε το όραμα των Via Doloris;

Στην αρχή δεν υπήρχε κάποιο ιδιαίτερο όραμα. Είχα απλώς την ανάγκη να ξανακάνω μουσική, να ξαναπαίξω metal με κάποιο τρόπο, μετά από αρκετό καιρό αποχής. Εκείνη την περίοδο άκουγα πολλή πολύ γρήγορη μουσική και σκέφτηκα «θέλω να κάνω κι εγώ κάτι τέτοιο, ένα πολύ γρήγορο black metal άλμπουμ, καθαρτικό και επιθετικό, και να τελειώσω σε τρεις μήνες». Αυτή ήταν η αρχική ιδέα. Άρχισα να γράφω κάποια riffs, ίσως από τα πιο γρήγορα του δίσκου, και από εκεί ξεκίνησα να χτίζω τραγούδια. Στην πορεία όμως το project άλλαξε εντελώς μορφή. Από μια απλή ιδέα έγινε κάτι πολύ πιο βαθύ, πιο λεπτομερές, πιο συνδεδεμένο με ένα ευρύ φάσμα συναισθημάτων και πολύ πιο φιλόδοξο. Και κάπως έτσι φτάσαμε εδώ.

-Ναι, το καταλαβαίνω αυτό, γιατί κάτι που παρατήρησα στον δίσκο είναι ότι έχει μια πολύ απομονωμένη, ερμητική ατμόσφαιρα, πολύ σκοτεινή και απόκοσμη. Ένιωθες έτσι όταν έγραφες αυτή τη μουσική;

Είναι δύσκολο να το πω, γιατί γνωρίζω μόνο τον εαυτό μου, οπότε δεν μπορώ να κρίνω αντικειμενικά αν είμαι πολύ απομονωμένος. Ίσως είμαι, ίσως όχι. Ίσως είμαι απομονωμένος μέσα στο μυαλό και την καρδιά μου. Δεν είναι εύκολο να το αξιολογήσεις αυτό, γιατί όλοι βλέπουμε τον κόσμο μέσα από τα δικά μας φίλτρα. Αν προσπαθήσω να το δω πιο αντικειμενικά, υπάρχει σίγουρα μια σύνδεση με την απομόνωση, όπως συμβαίνει συχνά σε one-man-band projects. Αλλά υπάρχει και μια αναζήτηση για κάτι μεγαλύτερο έξω από τον εαυτό, κάτι στο οποίο θέλεις να φτάσεις. Νομίζω αυτό δίνει δυναμική στον δίσκο: η εσωτερικότητα σε συνδυασμό με την προσπάθεια να φτάσεις σε κάτι πιο ανοιχτό. Αυτό είναι βασικό στοιχείο, τόσο μουσικά όσο και συναισθηματικά.

-Ο τίτλος του άλμπουμ μεταφράζεται ως «Πόλεμος και Ειρήνη», σωστά; Βλέπω έναν έντονο συμβολισμό, τόσο στους στίχους όσο και στη μουσική, με αυτή τη σύγκρουση συναισθημάτων και την ένταση του ήχου. Ποια είναι η δική σου οπτική πίσω από τον τίτλο;

Είναι ουσιαστικά συνέχεια αυτού που είπα πριν. Έχει να κάνει με το μέσα και το έξω, με το πώς αντιμετωπίζεις την ύπαρξή σου ως άνθρωπος, πώς προσπαθείς να βρεις νόημα και λόγο να ζεις. Περισσότερο αφορά την ανθρώπινη κατάσταση και τους υπαρξιακούς αγώνες, παρά τον πόλεμο και την ειρήνη με την κυριολεκτική έννοια.

-Σαν να μιλάμε ότι ο Τολστόι γνώρισε τον Καμύ, για μια πορεία μέσα στο σκοτάδι προς το φως, μια αναζήτηση νοήματος στη ζωή...

Ναι, έχει νόημα αυτό που λες. Δεν ήταν κάτι προσχεδιασμένο, αλλά όσο δούλευα πάνω στο άλμπουμ ένιωθα ότι μπορώ να αγγίξω διαφορετικές πλευρές της ανθρώπινης ύπαρξης. Δεν μπορείς να τα καλύψεις όλα, αλλά προσπάθησα να εξερευνήσω αρκετά από αυτά, και χαίρομαι που κατάφερα να έρθω σε επαφή με αυτές τις διαφορετικές όψεις της ζωής και την εσώτερη αίσθηση της ύπαρξης και την προσπάθεια.

-Τα τραγούδια του δίσκου είναι σε αγγλικά, γαλλικά και νορβηγικά. Επέλεξες τις γλώσσες με βάση την ατμόσφαιρα κάθε κομματιού ή  ήρθαν από μόνες τους;

Έγραφα τους στίχους ανεξάρτητα από τη μουσική, σαν ποιήματα, και προέκυπταν σε διαφορετικές γλώσσες γιατί χρησιμοποιώ καθημερινά τρεις γλώσσες. Όταν έφτασα στο σημείο των φωνητικών, άρχισα να τα ταιριάζω με τα τραγούδια. Κάποια κομμάτια «ζητούσαν» αγγλικά, άλλα νορβηγικά λόγω της ατμόσφαιρας. Δεν το είχα αποφασίσει από πριν—μερικές φορές κι εγώ ο ίδιος εκπλησσόμουν.

-Μου άρεσαν ιδιαίτερα τα νορβηγικά κομμάτια, είχαν μια πιο ψυχρή και σκοτεινή αίσθηση, ενώ τα γαλλικά ήταν πιο λεπτά και αισθαντικά. Ήθελες να φέρεις κάτι νέο στον ήχο του black metal με αυτές τις μικρές πινελιές;

Νομίζω ότι υπάρχει κάτι διαφορετικό σε αυτό το project γενικά. Η μουσική είναι βασισμένη στα τραγούδια σαν δομές και όχι μόνο στα riffs. Τα θέματα είναι λιγότερο «άσπρο-μαύρο» και ίσως πιο λεπτοδουλεμένα. Ήθελα να δοκιμάσω κάτι διαφορετικό μέσα στο είδος, παρόλο που το αγαπώ πολύ μουσικά.

-Επίσης, παίζεις πολύ τεχνικά και έχεις πιο σύγχρονες ιδέες σε σχέση με τον τυπικό black metal ήχο. Αυτό δίνει μια πιο «γευστική» διάσταση στη μουσική σου—σαν νορβηγικό black metal, αλλά με περισσότερη «νοστιμιά», σαν να έχεις βάλει λίγο παραπάνω πιπέρι στον ήχο.

Ναι, καταλαβαίνω. Η σύγκριση με το φαγητό είναι πάντα εύστοχη. Δεν ξέρω αν μπορώ να πω πολλά πάνω σε αυτό, γιατί τα πράγματα προκύπτουν αρκετά φυσικά. Δεν είναι ότι έχω κάποιο σχέδιο, όπως «ας το κάνουμε λίγο πιο νορβηγικό» ή «λίγο πιο σουηδικό» ή «λίγο πιο γαλλικό». Απλώς φτιάχνω τη μουσική που νιώθω μέσα μου. Επίσης θέλω να βάζω κάτι δικό μου, αν και η παραγωγή δε θεωρώ πως έχει κάτι το ιδιαίτερο.

-Νιώθω επίσης ότι έχεις επηρεαστεί από τη δουλειά σου με τους Satyricon...

Φυσικά. Είμαι μεγάλος fan των Satyricon. Αυτός είναι και ο λόγος που μπήκα στο συγκρότημα όταν μου δόθηκε η ευκαιρία. Δεν ήταν απλώς μια δουλειά—ήμουν πραγματικός θαυμαστής. Μεγάλωσα με τους Satyricon, μαζί με άλλες μπάντες, οπότε είναι λογικό να υπάρχουν κάποια κοινά στοιχεία. Το ότι χρησιμοποιώ τον Frost στα τύμπανα είναι ένα πράγμα, αλλά δεν είναι καν αυτό το βασικό. Το βασικό είναι ο τρόπος που τοποθετούμε την κιθάρα στο κέντρο της μουσικής. Αυτό είναι κάτι που συνδέει τους Via Doloris με τους Satyricon. Κατά τα άλλα, η μουσική είναι αρκετά διαφορετική. Αλλά η κιθάρα παραμένει κυρίαρχη και καθορίζει τη ροή των τραγουδιών, και αυτό είναι ένα κοινό στοιχείο. Και φυσικά, μετά από  τόσα χρόνια στο συγκρότημα, αυτό γίνεται μέρος σου. Ακόμα κι αν ήταν ήδη μέσα μου επειδή μεγάλωσα με τη μουσική τους, το γεγονός ότι έπαιξα μαζί τους τόσα χρόνια σημαίνει ότι ένα κομμάτι από το «DNA» των Satyricon έχει περάσει και σε μένα.

-Μου θύμισε σε κάποια επικά σημεία το “Nemesis Divina”, αλλά σε πιο σύγχρονη μορφή, κάποια από τις μετέπειτα της πορείας τους, αλλά και λίγο από την επική πλευρά των Bathory.

Ναι, είναι πολύ ενδιαφέρον αυτό που λες, γιατί καταρχάς με τιμά ιδιαίτερα το να με συγκρίνουν με το Nemesis Divina και γενικά με τους Satyricon, ακόμα και με τους Bathory. Όσον αφορά την κιθάρα στο extreme και black metal, είναι προφανές ότι έχω επηρεαστεί πολύ από τους Satyricon, αλλά δεν σκοπεύω να το κρύψω. Έχω βάλει και δικά μου στοιχεία, αλλά όπως είπα, μεγάλωσα με αυτή τη μπάντα και έπαιξα και σε αυτήν. Όταν όμως μιλάμε για τους Bathory, είναι πολύ ενδιαφέρον που το αναφέρεις, γιατί λατρεύω πάρα πολύ την επική τους περίοδο. Λατρεύω την επική περίοδο των Bathory. Έχω ακούσει πάρα πολύ την επική περίοδο των Bathory. Και όταν έγραφα τη μουσική για αυτό το άλμπουμ, είχα βάλει στόχο να μην ακούω καθόλου metal ή extreme metal, ώστε να κρατήσω το μυαλό και τα αυτιά μου «καθαρά». Παρ’ όλα αυτά, άκουγα πολύ επικούς Bathory, από το Hammerheart και μετά. Οπότε είναι ενδιαφέρον που πιάνεις αυτή την ατμόσφαιρα, γιατί ήμουν πραγματικά βυθισμένος σε αυτήν, μέρα-νύχτα, παρόλο που η μουσική δεν είναι ίδια. Ζούσα ουσιαστικά μέσα σε αυτά τα άλμπουμ.

-Ναι, γιατί κάποια χορωδιακά σημεία ή κάποιες αρμονίες στην κιθάρα σου μου θυμίζουν πολύ το Hammerheart ή το Twilight of the Gods, αλλά σε μια πιο «παραμορφωμένη» εκδοχή. Επίσης, αυτή η επική και folk διάθεση ταιριάζει πολύ στη μουσική σου. Όλα αυτά τα χρόνια που ζεις στη Νορβηγία, επηρεάστηκες από την παραδοσιακή μουσική;

Λίγο. Ξέρω κάποια πράγματα από τη νορβηγική folk μουσική, αλλά δε με λες ειδήμονα. Γενικά με ενδιαφέρει η μουσική σαν έννοια, οπότε έχω εκτεθεί σε παραδοσιακή μουσική από διάφορα μέρη του κόσμου. Για τους Via Doloris, είχε νόημα να χρησιμοποιήσω κάποια στοιχεία νορβηγικής folk, αλλά με μέτρο—σαν αλατοπίπερο. Στην πραγματικότητα, υπάρχει ίσως περισσότερη επιρροή από κελτική μουσική της Βρετάνης, από όπου κατάγομαι στη Γαλλία. Είναι μια κελτική περιοχή με δική της παράδοση, και αυτό φαίνεται περισσότερο σε κάποιες επιλογές. Αυτός ήταν ένας συνειδητός τρόπος να «χρωματίσω» τη μουσική. Αλλά δεν θα ήθελα ποτέ να κάνω καθαρό folk ή folk metal. Μου φαίνεται λίγο επιφανειακό να παίρνεις απλώς στοιχεία και να τα κολλάς για να «ακούγεται folk». Σαν να αλλάζεις προσωπικότητα μέσα στο ίδιο τραγούδι. Προτιμώ να είναι κάτι διακριτικό και ουσιαστικό. Και νομίζω ότι το πέτυχα. Μάλιστα, με τον Frost είχαμε συζητήσει πολύ για το τελευταίο κομμάτι του δίσκου, το "Vidsommens Vei". Μου είπε ότι τον εντυπωσίασε το πόσο φυσικά συνδυάζονται black metal με folk prog των ’70s. Χάρηκα πολύ όταν το είπε, γιατί αυτό ακριβώς ήθελα να κάνω—έστω κι αν προέκυψε πιο αυθόρμητα. Και νομίζω ότι κάτι τέτοιο δεν έχει ξαναγίνει έτσι. Υπάρχουν μπάντες που χρησιμοποιούν folk ή progressive στοιχεία, αλλά συνήθως είναι πολύ προφανές. Οι  Via Doloris έχουν πολλές λεπτομέρειες για όποιον μπορεί να τις ακούσει.

-Σχετικά με τον Frost, πώς αποφάσισες να έχεις αυτόν στα ντραμς;

Στην πραγματικότητα, δεν ξέρω αν είναι τόσο προφανές, γιατί συνηθίζω να φτιάχνω τη μουσική στο home studio μου. Ξεκινάω με την κιθάρα, γράφω riffs και μετά προγραμματίζω τα τύμπανα. Καθώς τα τραγούδια εξελίσσονταν, άρχισα όλο και περισσότερο να «ακούω» στο μυαλό μου πώς θα έπαιζε εκείνος τα drums. Και κάποια στιγμή σκέφτηκα ότι είναι αστείο, γιατί ουσιαστικά γράφω πράγματα που νιώθω ότι θα έπαιζε όντως ο Frost. Δεν είναι περίεργο, βέβαια, γιατί παίζαμε μαζί 6-7 χρόνια, οπότε αυτό σου αφήνει ένα αποτύπωμα. Είναι ο ντράμερ με τον οποίο έχω παίξει περισσότερο στη ζωή μου, άρα είναι απολύτως λογικό να έχω συνηθίσει τον ήχο και το στυλ του. Και φυσικά, είναι ίσως ο καλύτερος ντράμερ στο είδος, οπότε αποτελεί και μια πολύ καλή «αναφορά». Παρόλα αυτά, δεν του είχα μιλήσει για τους Via Doloris πριν ολοκληρώσω τα demo. Όταν άρχισα να ψάχνω ντράμερ για την ηχογράφηση, σκέφτηκα αρχικά να μην τον ρωτήσω, γιατί προερχόμαστε και οι δύο από τους Satyricon και μου φαινόταν κάπως περίεργο. Αλλά τελικά κατέληξα ότι ήταν η καλύτερη καλλιτεχνική επιλογή για τη μουσική. Ανεξάρτητα από τη διαδικασία, έχει την καλύτερη προσέγγιση για κάτι τέτοιο. Έτσι του έστειλα τα demo και τον ρώτησα τη γνώμη του. Ήταν αρκετά ενθουσιασμένος και αποφάσισε να συμμετάσχει στο άλμπουμ.

Πώς βλέπεις τη συνέχεια του Via Doloris; Θα μείνει στούντιο project ή σκέφτεσαι να κάνεις και live;

Προς το παρόν δεν έχει αποφασιστεί κάτι για live. Θα ήθελα να πω περισσότερα, αλλά δεν μπορώ ακόμα. Έχω ήδη ιδέες για τη συνέχεια και δουλεύω νέο υλικό σε παρόμοιο ύφος. Υπάρχουν αρκετά πράγματα στο μυαλό μου. Δεν ξέρω ακόμα για συναυλίες, αλλά κάτι ετοιμάζεται και ελπίζω σύντομα να μπορώ να πω περισσότερα.

-Τελευταία ερώτηση: μετά από 10 χρόνια αποχής από τον χώρο, πώς βλέπεις τη σκηνή του black metal σήμερα;

Για να είμαι ειλικρινής, δεν παρακολουθώ πολύ στενά τη σκηνή. Ξέρω κάποια μεγάλα ονόματα, κυρίως από περιέργεια ή από προτάσεις φίλων. Υπάρχει τεράστια ποσότητα μουσικής και δεν αφιερώνω πολύ χρόνο στο να ακούω black metal, παρόλο που το αγαπώ. Ξέρω τι μου αρέσει και σπάνια βρίσκω κάτι νέο που να με εμπνέει στο είδος, οπότε στρέφομαι και σε άλλα είδη μουσικής. Αυτό που έχω παρατηρήσει είναι ότι ο ήχος της παραγωγής έχει γίνει πολύ σημαντικός, ενώ τα ίδια τα τραγούδια και τα riffs λιγότερο. Κι αυτό είναι κρίμα, γιατί χωρίς καλή σύνθεση το αποτέλεσμα γίνεται πιο επιφανειακό.  Θωρώ πως αυτή η μουσική θέλει κιθάρα, θέλει riffing. Αλλά ξαναλέω, δεν είμαι ειδικός, μπορεί αύριο να ακούσω κάτι και να αλλάξω γνώμη.

Γιάννης Χαρτζανιώτης

Δεν υπάρχουν σχόλια: