Κυριακή 22 Μαρτίου 2026

Ponte Del Diavolo στο Metal View: Δε θέλουμε να κολλήσουμε σε μια ταυτότητα, γιατί τότε θα είμαστε σαν νεκροί

Δραματικοί, αλέγκροι, σκοτεινοί και πολυδιάστατοι, οι Τορινέζοι, Ponte Del Diavolo, κυκλοφόρησαν φέτος το δεύτερο τους άλμπουμ. Με μια φήμη ήδη να τους περιβάλλει από το ντεμπούτο τους, και να δικαιώνεται με το παρόν, "De Venom Natura", ο Διάβολος έχει βρει τον κατάλληλο τρόπο για να γίνεται θελκτικός μέσα στην όλη μαυρίλα. Για τον ποικίλο μικρόκοσμο αυτού του δίσκου, και πόσα μυστικά μπορούν να φανερωθούν από μέσα του, το Metal View έπιασε μια ωραία κουβέντα με τον μπασίστα και βασικό συνθέτη, Kratom, ή κατά κόσμον Andrea L'Abbate και την τραγουδίστρια Elena Camusso.

-Από τον πρώτο άλμπουμ αποκτήσατε ένα είδος φήμης και έχετε λάβει πολύ καλές κριτικές ήδη από εκείνη την περίοδο, πώς το εξηγείτε; Τι πιστεύετε ότι συνέβη;

E: Season of Mist, φυσικά!

A: Ναι, υποθέτω ότι η Season of Mist έπαιξε μεγάλο ρόλο, γιατί σου δίνει μεγάλη προβολή μέσω των καναλιών και γενικά είναι μια πολύ καλή εταιρεία που ξέρει πώς να επικοινωνεί με το νεότερο κοινό, οπότε ξέρουν πολύ καλά τι κάνουν. Και επίσης παίξαμε πολύ ζωντανά τα τελευταία δύο χρόνια, κάτι που σίγουρα βοήθησε.

E: Ναι, γιατί το booking μας είναι ενεργό. Ο άνθρωπος που οργανώνει τις συναυλίες μας κάνει πολύ δυνατή δουλειά στο booking. Οπότε νομίζω ότι ο συνδυασμός booking και Season of Mist…

Α: Ναι, και επίσης νομίζω ότι μας βάζουν συχνά την ταμπέλα μιας black metal/doom μπάντας, αλλά στην πραγματικότητα δεν είμαστε ακριβώς ούτε black metal ούτε κάτι καθαρά συγκεκριμένο. Έτσι καταλήξαμε να παίζουμε σε πολλά φεστιβάλ μαζί με αρκετές extreme metal μπάντες. Μερικές φορές αυτό μπορεί να μπερδέψει κάποιους metalheads, αλλά νομίζω ότι τις περισσότερες φορές, όταν ακούς πέντε μπάντες στη σειρά που παίζουν πολύ γρήγορα blast beats και τέτοια πράγματα, το να υπάρχει κάτι λίγο διαφορετικό ίσως σε κάνει να ξεχωρίζεις από τους υπόλοιπους. Έτσι ο κόσμος σε θυμάται — είτε γιατί σε μισεί είτε για οποιονδήποτε λόγο. Σε θυμάται.

- Μουσικά μιλώντας, το νέο σας άλμπουμ είναι πιο ποικίλο και πιο άμεσο από το προηγούμενο. Ήσασταν πιο συγκεντρωμένοι αυτή τη φορά στην κατεύθυνση της μουσικής σας και στον ήχο σας;

Ε: Ναι, δουλεύουμε πάνω στον ήχο γιατί ακόμα δεν ξέρουμε ακριβώς πού θέλουμε να πάμε. Οπότε συνεχίζουμε να παίζουμε και να δουλεύουμε πάνω στον ήχο. Φυσικά προσπαθούμε να αναμείξουμε καλύτερα τα διαφορετικά είδη μουσικής που παίζουμε μέσα στο συγκρότημα. Και ίσως ξέρουμε λίγο καλύτερα πλέον τι είδους κοινό θέλουμε να προσεγγίσουμε.

Α: Δεν ξέρω τόσο για το κοινό, αλλά νομίζω ότι στους προηγούμενους δίσκους και στο EP ψάχναμε ίσως μια πιο συγκεκριμένη κατεύθυνση. Όμως δεν ήταν κάτι σχεδιασμένο ή προγραμματισμένο. Όταν κάναμε τα πρώτα EP όλα έγιναν βιαστικά, χωρίς χρήματα και με τέτοιες δυσκολίες. Έτσι έχεις πολύ λίγο χρόνο στο στούντιο και ελάχιστο χρόνο για να δουλέψεις τον ήχο. Ακόμη και με τον πρώτο δίσκο δεν ήταν πολύ πιο χαλαρά τα πράγματα. Είχαμε βέβαια καλύτερο στούντιο και περισσότερο χρόνο να το σκεφτούμε, αλλά και πάλι όλα γίνονταν με πίεση χρόνου. Με αυτόν τον δεύτερο δίσκο όμως είχαμε περισσότερο χρόνο να παίξουμε μαζί. Έτσι η «χημεία» μέσα στη μπάντα μεγάλωσε και αρχίσαμε να καταλαβαίνουμε καλύτερα ο ένας τον άλλον. Κάποια στοιχεία που ήταν απλώς υπαινιγμοί στους προηγούμενους δίσκους αναπτύχθηκαν περισσότερο αυτή τη φορά, γιατί πραγματικά νιώθαμε πιο ελεύθεροι να το κάνουμε.

Ε: Ναι, αυτό είναι το βασικό. Νιώθαμε πιο ελεύθεροι. Νιώθαμε ότι είχαμε την ευκαιρία να κάνουμε ακριβώς αυτό που θέλαμε.

Α: Και τελικά λειτούργησε. Δεν προσπαθούσαμε να είμαστε «true metal» ή κάτι τέτοιο. Είναι φυσιολογικό όταν ξεκινάς μια μπάντα να προσπαθείς να ταιριάξεις σε κάποια γενικά πρότυπα. Παίρνεις επιρροές από άλλες μπάντες και προσπαθείς να τις αναμείξεις. Μετά από μερικά χρόνια όμως, ο προηγούμενος δίσκος μας ήταν κάπως διαφορετικός από ένα τυπικό metal άλμπουμ. Είδαμε ότι είχε κάποια αναγνώριση και ότι τα τραγούδια λειτουργούσαν καλά και ζωντανά. Οπότε είπαμε: εντάξει, μπορούμε απλώς να κάνουμε αυτό που θέλουμε.

Ε: Ναι, μπορούμε απλώς να κάνουμε Ponte del Diavolo. Στον πρώτο δίσκο προσπαθήσαμε να κάνουμε λίγο black metal, λίγο doom. Εγώ, για παράδειγμα, μου αρέσει το post-punk, οπότε ήθελα να υπάρχουν και τέτοια στοιχεία. Στον τελευταίο δίσκο απλώς είπαμε: είμαστε οι Ponte del Diavolo, ας κάνουμε αυτό που είμαστε.

-Πλέον κινείστε περισσότερο προς gothic και dark wave κατευθύνσεις, πέρα από τον πιο blackened doom ήχο του πρώτου σας δίσκου. Αυτό το μείγμα ήταν κάτι που θέλατε ειδικά για την ατμόσφαιρα αυτού του άλμπουμ ή κάτι που θέλετε γενικά να υπάρχει στη μουσική σας;

Ε: Νομίζω γενικά.

Α: Ναι, θα έλεγα και τα δύο.

Ε: Ναι, και τα δύο. Και γενικά, γιατί νομίζω ότι θέλουμε να συνεχίσουμε προς αυτή την κατεύθυνση. Μας αρέσει το gothic, οπότε γιατί όχι;

Α: Αλλά, όπως φαντάζεσαι, δεν είναι μια διαδικασία όπου έχεις απλώς κάτι στο μυαλό σου και το πραγματοποιείς κατευθείαν. Μερικές φορές πρέπει να κάνεις πρώτα κάποιους δίσκους πιο «κλασικούς» πριν φτάσεις σε ένα πιο σύνθετο αποτέλεσμα. Σε αυτόν τον δίσκο επίσης αναπτύξαμε πολύ περισσότερο τον ήχο των δύο μπάσων. Ελπίζω να ακούγεται πιο καθαρά η διαφορά μεταξύ των δύο μπάσων στα μέρη που παίζουμε, τόσο στο παίξιμο όσο και στον ήχο.

-Το γεγονός ότι έχετε δύο μπασίστες στη σύνθεσή σας, πιστεύετε ότι βοηθά να αποκτήσει η μπάντα μια πιο ιδιαίτερη και ξεχωριστή ταυτότητα;

Ε: Ναι, το πιστεύω, γιατί στην πραγματικότητα ήταν δική μου ιδέα. Αυτό που μου έλειπε πάντα όταν άκουγα black metal ήταν οι χαμηλές συχνότητες. Οπότε αν πρόκειται να αναμείξουμε black metal — κάτι που μου αρέσει — ας το κάνουμε με πολύ δυνατές χαμηλές συχνότητες.

Α: Επίσης, ο τρόπος με τον οποίο γράφεις ένα τραγούδι είναι διαφορετικός όταν έχεις δύο μπάσα. Συνήθως το ένα παίζει τον κλασικό ρόλο του μπάσου, ενώ το άλλο μερικές φορές παίζει σε unison, αλλά συχνά κάνει και μέρη που θυμίζουν κιθάρα. Όταν δουλεύεις σε τόσο χαμηλές συχνότητες καταλαβαίνεις αμέσως αν οι ήχοι συγκρούονται μεταξύ τους. Έτσι αναγκάζεσαι να δημιουργήσεις μοτίβα και riffs για δύο μπάσα που να ταιριάζουν μεταξύ τους. Είναι διαφορετική προσέγγιση από την κλασική, γιατί με δύο κιθάρες είναι πιο εύκολο.

-Ναι, και πιο άνετο. Νομίζω πάντως ότι ταιριάζει απόλυτα με το βάρος και τη σκοτεινή ατμόσφαιρα του ήχου σας...

Α: Ναι, ευχαριστούμε.

-Μπάντες όπως οι Necromantia ή κάτι παρόμοιο ήταν επιρροή για τη χρήση δύο μπάσων σε έναν τόσο ακραίο και σκοτεινό ήχο; Σας ρωτάω γιατί ξέρω ότι του ίδιου του Magus του αρέσει η μουσική σας...

Α: Ο Magus είναι ένας πολύ καλός φίλος, κι ο ένας μπασίστας μας, είναι μεγάλος fan. Γενικά ο Magus είναι ένας πολύ old-school τύπος και ένας πραγματικός πυλώνας της metal σκηνής. Οι Necromantia είναι θρύλοι και προπάτορες της παγκόσμιας σκηνής. Το ότι του άρεσαν οι Ponte del Diavolo ήταν μεγάλη τιμή για εμάς, γιατί σημαίνει ότι, παρότι είναι τόσο παλιάς σχολής, αναγνώρισε κάτι στη μουσική μας. Ήταν πραγματικά υπέροχο που τον γνωρίσαμε. Η αλήθεια είναι πως υπάρχει μια ανάμιξη επιρροών από τη μουσική του, μέχρι πιο περίεργα και πειραματικά πράγματα.

-Ειδικά τώρα που έχετε έναν τόσο πλούσιο ηχητικά δίσκο, με πολλή ατμόσφαιρα και πολλά μουσικά στοιχεία γύρω του, ακόμη και πνευστά όργανα, θα ήθελα να σας ρωτήσω: θεωρείτε ότι ήταν δύσκολο να συνδυάσετε όλα αυτά τα στοιχεία σε μια τέλεια αρμονία;

Α: Όχι. Λοιπόν, υποθέτω ότι η απάντηση είναι όχι. Δεν θέλουμε να ακουστούμε αλαζόνες, αλλά στην πραγματικότητα συνθέσαμε όλα τα τραγούδια, όλες τις βασικές δομές, χωρίς να έχουμε εξαρχής στο μυαλό μας ότι θα προσθέσουμε κάποια όργανα.

Ε: Απλώς κάναμε jam. Ναι, κάναμε jam. Και αργότερα, όταν ακούσαμε τις demo εκδοχές των τραγουδιών, σκεφτήκαμε ότι ίσως μπορούμε να προσθέσουμε κάτι εδώ ή ότι ένα synth θα ήταν ωραίο για να ενισχύσει την ατμόσφαιρα.

Α: Αλλά αυτό έγινε πολύ αργότερα. Δεν ήταν καθόλου κάτι εξαναγκασμένο ή επιτηδευμένo. Όπως είπα και πριν, αυτή τη φορά είχαμε πραγματικά χρόνο να γράψουμε τα τραγούδια και να τα παίξουμε. Μάλιστα παίξαμε κάποια από τα νέα τραγούδια πολύ πριν κυκλοφορήσει ο δίσκος. Έτσι είχαμε δει και την επίδραση που είχαν αυτά τα τραγούδια ζωντανά. Είχαμε χρόνο να αποστασιοποιηθούμε λίγο από τα τραγούδια, ώστε να τα δούμε πιο καθαρά και να καταλάβουμε τι είναι καλύτερο να προστεθεί και τι όχι. Αλλά δεν ήταν ότι θέλαμε να προσθέσουμε κάτι σε κάθε τραγούδι. Απλώς προέκυψε. Σχεδόν κάθε τραγούδι είχε κάποιο περίεργο στοιχείο. Ήταν κάτι οργανικό.

-Τέλεια. Μπορώ να νιώσω αυτή τη φυσική προσέγγιση στη μουσική σας, γιατί όπως είπα πριν, όλα είναι σε τέλεια αρμονία. Είναι πολύ ισορροπημένα. Δεν βάζετε στοιχεία εδώ κι εκεί συνεχώς. Υπάρχουν πιο doom τραγούδια, πιο gothic τραγούδια, ενώ τα black metal στοιχεία είναι επίσης πολύ ισορροπημένα και σχετικά λίγα σε σχέση με τον συνολικό doom/gothic ήχο. Πιστεύετε ότι αυτή η ταμπέλα που έχει δοθεί στον ήχο σας, όπως “blackened post-punk” ή κάτι παρόμοιο, είναι πολύ φτωχή για να περιγράψει πραγματικά τον ήχο των Ponte del Diavolo;

Α: Θα έλεγα ότι εμείς οι ίδιοι επιλέξαμε αυτή την ταμπέλα, γιατί στην ουσία δεν σημαίνει τίποτα. Είχαμε κουραστεί, όπως είπα και πριν, να μας αποκαλούν black doom metal μπάντα. Όταν βλέπεις μια μπάντα να χαρακτηρίζεται έτσι, φαντάζεσαι κάτι πολύ συγκεκριμένο. Αλλά εμείς δεν είμαστε ακριβώς αυτό. Οπότε θέλαμε κάτι που ίσως υπάρχει σαν όρος, αλλά στην πραγματικότητα δεν υπάρχει πραγματικά ως είδος. Δεν μπορείς να βάλεις πολλές μπάντες σε αυτή την κατηγορία που να ακούγονται ίδιες. Θέλαμε κάτι που ουσιαστικά δεν είναι πραγματικό genre, ώστε τουλάχιστον να πει κάποιος: «ΟΚ, αυτοί είναι περίεργοι τύποι, κάτι παράξενο κάνουν». Αλλά δεν είμαστε απλώς μια black metal μπάντα.

Ε: Εκείνος είναι περισσότερο στα extreme πράγματα, στο extreme metal γενικά. Εγώ είμαι περισσότερο στο post-punk. Κάποιος άλλος στη μπάντα είναι πιο κοντά στο alternative metal. Οπότε όταν κάνουμε jam απλώς βάζουμε μαζί όλα τα μουσικά μας backgrounds. Γνωριζόμαστε πολλά χρόνια. Είμαστε φίλοι εδώ και πολύ καιρό. Και νομίζω ότι αυτό σημαίνει πολλά. Ξέρουμε ο ένας τον άλλον, είμαστε πολύ άνετοι μεταξύ μας και όλα γίνονται πολύ ενστικτωδώς. Γι’ αυτό είναι εύκολο για εμάς. Είμαστε όλοι μουσικοί που ακούμε πολλά διαφορετικά είδη μουσικής, αλλά πάντα με μια σκοτεινή αισθητική. Και τα συνδυάζουμε όλα αυτά με ενστικτώδη τρόπο.

Α: Επίσης δεν είμαστε πια τόσο νέοι. Είμαστε γύρω στα σαράντα. Ο καθένας μας είχε και άλλες μπάντες στο παρελθόν, πιο παραδοσιακές. Κάποιοι εξακολουθούν να έχουν τέτοιες μπάντες. Έτσι έχουμε ζήσει όλη τη διαδρομή των συναισθημάτων που έχει μια μπάντα. Κάποιες φορές μια μπάντα αποτυγχάνει ξαφνικά. Έχεις πολλές αποτυχίες. Δίνεις τα πάντα και πολλές φορές πονάει. Προσπαθείς τα πάντα. Νομίζω ότι μέσα από τις αποτυχίες και τις προηγούμενες εμπειρίες, όταν μεγαλώνεις και έχεις ακούσει πολύ μουσική, αρχίζεις να καταλαβαίνεις τι δεν λειτουργεί ή πώς δεν πρέπει να συμπεριφέρεσαι μέσα σε μια μπάντα. Αρχίζεις να εκτιμάς περισσότερο τον χρόνο σου. Σίγουρα υπάρχει και λίγη τύχη στο να κάνεις κάτι που ο κόσμος μπορεί να καταλάβει ή να δεχτεί καλά. Αλλά έχουμε και αρκετή εμπειρία από τη συμμετοχή σε μπάντες. Οπότε ναι, νομίζω ότι μάθαμε κάτι. Μάθαμε από τα λάθη μας.

-Ναι, φαίνεται η εμπειρία που έχετε ως μπάντα. Όταν ακούς αυτό το άλμπουμ — και γενικά και τους δύο δίσκους — δεν ακούγεται σαν μια ερασιτεχνική δουλειά. Ακούγεστε σαν μπάντα με εμπειρία και γνώση. Ξέρετε πώς να συνδυάζετε τα στοιχεία και πώς να παρουσιάζετε κάτι άμεσο αλλά και εσωτερικό...

Ε: Ευχαριστούμε. Γιατί μερικές φορές ούτε εμείς ξέρουμε τι κάνουμε.

Α: Απλώς ακολουθούμε το ένστικτο και ελπίζουμε να λειτουργήσει.

Ε: Μερικές φορές δεν λειτουργεί, χαχα.

-Κάτι πάρα πολύ ενδιαφέρον και πρωτότυπο που θέλω να ρωτήσω και για τα ιταλικά τραγούδια. Η ατμόσφαιρα και ο τρόπος που ακούγονται είναι πιο παιχνιδιάρικα, πιο ζωηρά. Χτυπάνε πολύ διαφορετικά από τα αγγλικά τραγούδια. Πώς το εξηγείτε αυτό;

Ε: Δεν ξέρω. Ίσως επειδή τα ιταλικά είναι η μητρική μου γλώσσα, έχουν έναν ρομαντισμό στον ήχο τους. Μπορώ να νιώσω αυτόν τον ρομαντισμό. Επίσης ανακάλυψα τον εαυτό μου με διαφορετικό τρόπο, γιατί είναι η πρώτη φορά που προσπαθώ να γράψω στα ιταλικά. Δεν έγραφα ποτέ στα ιταλικά. Το έκανα γιατί ήθελα να εκφραστώ με έναν διαφορετικό τρόπο, με έναν τρόπο που με κάνει να νιώθω πιο άνετα. Υπάρχουν πράγματα που μπορείς να πεις με έναν ιδιαίτερο τρόπο στα ιταλικά που δεν μπορείς να πεις στα αγγλικά. Νιώθω τον ρομαντισμό και τη διαφορά ανάμεσα στις δύο γλώσσες. Νομίζω ότι αλλάζω λίγο κι εγώ όταν μιλάω διαφορετικές γλώσσες. Γιατί όταν γράφεις στα ιταλικά είναι σαν να είσαι γυμνός. Όταν γράφεις στα αγγλικά είναι σαν να παίζεις ένα άλλο όργανο. Δεν είναι η γλώσσα σου. Είναι σαν μια μάσκα που φοράς. Αν μιλάω ιταλικά νιώθω πιο ευάλωτη. Αλλά μου αρέσει αυτό, γιατί αν θέλω να εκφράσω κάτι και να πειραματιστώ καλλιτεχνικά, πρέπει να είμαι ευάλωτη. Αλλιώς δεν θέλω να κρατάω τα πράγματα μέσα μου.

-Νομίζω ότι το ίδιο συμβαίνει και στη μουσική, όχι μόνο στη φωνή ή στους στίχους. Για παράδειγμα, στο τραγούδι Lunga Vita La Necrozi, ακούγεται σαν να παίζετε heavy metal με tarantella...

Α: Πρώτη φορά το ακούω αυτό, αλλά το δεχόμαστε! Είναι σωστό. Νομίζω ότι είναι το πιο punk τραγούδι που έχουμε κάνει. Είναι πιο ζωηρό. Και όπως είπαμε πριν, της αρέσει πολύ το post-punk. Μπορείς να ακούσεις αυτές τις επιρροές και στα άλλα κομμάτια, αλλά αυτή τη φορά της δώσαμε ένα τραγούδι όπου μπορούσε να εκφραστεί πλήρως σε αυτή τη διάσταση. Ίσως γι’ αυτό είναι και πιο εκφραστικό. Υπάρχουν τραγούδια που είναι πολύ πιο ζωηρά. Για μένα το black metal, αν αφαιρέσεις την παραμόρφωση από πολλά τραγούδια — από depressive ή atmospheric black metal — μοιάζει πολύ με ναπολιτάνικα τραγούδια, όπως η tarantella. Οι νότες είναι εκεί. Πολύ ρομαντικές νότες. Αν αφαιρέσεις την παραμόρφωση, θα μπορούσαν να είναι ναπολιτάνικα λαϊκά τραγούδια. Δεν ξέρω πώς γίνεται αυτό. Η tarantella λέγεται έτσι γιατί χορεύεις σαν ταραντούλα. Και καταλήγεις σαν να είσαι δαιμονισμένος.

Ε: Η ιταλική μουσική έχει πολλά τέτοια σκοτεινά στοιχεία.

Α: Ναι, είμαστε σκοτεινοί τύποι. Τρώμε καλά, αλλά μέσα μας είμαστε πολύ σκοτεινοί. Παρόλο που μιλάμε δυνατά και αγκαλιαζόμαστε όπως οι Έλληνες. Επίσης ο κιθαρίστας μας είναι από τη Σικελία, οπότε όλο και κάτι θα έχει πάρει από την παράδοση του Νότου. 

-Δεν ξέρω αν έχετε αυτή την θέληση, αλλά αφού μιλάμε για την Ιταλία και τα ιταλικά τραγούδια, έχετε σχέδια για έναν ολόκληρο δίσκο στα ιταλικά;

Ε: Νομίζω ότι μπορώ να μιλήσω για όλους στη μπάντα. Θέλουμε να συνεχίσουμε να γράφουμε μουσική με φυσικό τρόπο. Αν ο επόμενος δίσκος ή κάποιος μελλοντικός είναι στα ιταλικά, είναι εντάξει. Αλλά δεν θέλουμε να βάζουμε όρια. Δεν ξέρουμε. Μπορεί ο επόμενος δίσκος να είναι και σε διάλεκτο.

-Ο νέος σας δίσκος λέγεται De Venom Natura, ποιος ο συμβολισμός από πίσω;

A: Ο τίτλος προέρχεται από το De Rerum Natura, που σημαίνει «για τη φύση των πραγμάτων». Εμείς το αντιστρέψαμε και έγινε De Venom Natura, δηλαδή «η φύση του δηλητηρίου». Ο λόγος είναι ότι για εμάς το δηλητήριο δεν είναι απαραίτητα κάτι κακό ή κακόβουλο. Λειτουργεί και προς τις δύο κατευθύνσεις. Στην πραγματικότητα το δηλητήριο είναι και μια δύναμη που κάνει δυνατή την ίδια τη ζωή. Όταν πεθαίνεις, το σώμα σαπίζει, δημιουργούνται χημικές διεργασίες, ζύμωση και μετασχηματισμός της ύλης. Και αν σκεφτείς — εσύ είσαι Έλληνας, οπότε το ξέρεις — τη λέξη 'φάρμακο', που σημαίνει και φάρμακο αλλά και δηλητήριο. Αν το πάρεις στη σωστή ποσότητα, είναι καλό για τη ζωή. Αν το πάρεις σε λάθος ποσότητα, μπορεί να είναι καταστροφικό. Οπότε μπορείς να πεις ότι ίσως το δηλητήριο είναι στην πραγματικότητα μια εκδήλωση της δύναμης της φύσης που κάνει τα πάντα να κινούνται μέσα στον αέναο κύκλο ζωής και θανάτου. Ναι, ακριβώς. Είναι δεμένα μεταξύ τους. Η ζωή και ο θάνατος είναι πάντα δεμένα μεταξύ τους. Και το δηλητήριο, θα μπορούσες να πεις, είναι αυτή η δύναμη. Το ίδιο συμβαίνει και με το ψωμί. Για παράδειγμα, στην Καθολική Εκκλησία υπάρχει η όστια, το ψωμί της θείας κοινωνίας. Δεν είναι ζυμωμένο, γιατί η ζύμωση θεωρούνταν κάποτε ως «έργο του διαβόλου».  Πνεύμα, αίμα, δηλητήριο, ζύμωση (σσ: αναφορικά με το Spirit-Blood-Poison-Frament). Ακριβώς — η ζύμωση είναι αυτό που δίνει ζωή,και το ίδιο το ψωμί συμβόλιζε το σώμα του Χριστού. Φυσικά, όταν κάτι ζυμώνεται μπορεί να γίνει και θανατηφόρο, αλλά από αυτό προέρχεται και η ζωή. Έτσι αναγνωρίζουμε αυτή τη δύναμη της συνεχούς μεταμόρφωσης. Είναι απλώς μια δύναμη, σαν ένα μαχαίρι. Με το μαχαίρι μπορώ να κόψω το ψωμί ή μπορώ να σε σκοτώσω.

-Λοιπόν, η τελευταία μου ερώτηση έχει πάλι να κάνει με τον ήχο της μπάντας. Πώς θα είναι ο ήχος της μπάντας στο μέλλον; Σας αρέσει να πειραματίζεστε και να έχετε πολλά στοιχεία στη μουσική σας. Πιστεύετε ότι έχετε βρει την ταυτότητά σας ή ίσως στο μέλλον θα κινηθείτε σε άλλες κατευθύνσεις;

Ε: Νομίζω ότι η ταυτότητα πάντα αλλάζει και θα συνεχίσει να αλλάζει, γιατί έτσι είναι η ζωή. Αλλάζεις συνεχώς. Δεν θέλω να κολλήσω σε μια ταυτότητα, γιατί τότε θα είμαι σαν νεκρή. Δεν ξέρω ακόμη ποια είναι η κατεύθυνση. Αυτή τη στιγμή γράφουμε τον επόμενο δίσκο.

Α: Ναι, έχουμε ήδη μερικά τραγούδια.

Ε: Ναι, έχουμε κάποια τραγούδια, αλλά στην πραγματικότητα δεν έχουμε κάποια συγκεκριμένη κατεύθυνση. Δεν θέλουμε όρια. Θέλουμε να εκφραστούμε και να πειραματιστούμε. Είναι η πρώτη φορά που μπορούμε πραγματικά να πειραματιστούμε με την τέχνη και τη μουσική με σωστό τρόπο. Οπότε θέλουμε να συνεχίσουμε έτσι. Δεν μπορώ να σου πω πού θα πάμε.

Α: Ξέρεις, το καλό με το να γράφεις έναν δίσκο όπως το δεύτερο άλμπουμ μας, το De Venom Natura, είναι ότι πολλοί άνθρωποι μπορεί να πουν «τι στο καλό είναι αυτό;». Και όταν κάνεις κάτι τέτοιο, μετά είσαι ελεύθερος να κάνεις ό,τι θέλεις στο μέλλον, γιατί έχεις ήδη σπάσει πολλά όρια και πολλά «τείχη». Έχουν βάλει synths, post-punk, λίγο black metal… Ποιος ξέρει τι θα κάνουν μετά. Μπορεί να είναι οτιδήποτε. Για εμένα, πρώτη φορά συμβαίνει κάτι τέτοιο. Συνήθως σε άλλες μπάντες πρέπει να ακολουθείς έναν συγκεκριμένο δρόμο. Δεν μπορείς να ξεφύγεις πολύ με ιδέες, γιατί θα θεωρηθεί υπερβολικό. Νομίζω ότι τώρα βρισκόμαστε σε μια κατάσταση όπου το «υπερβολικό» υπάρχει, αλλά ταυτόχρονα δεν υπάρχει. Το όριο του «υπερβολικού» είναι πολύ ψηλά.

Γιάννης Χαρτζανιώτης

Δεν υπάρχουν σχόλια: