Κυριακή 27 Σεπτεμβρίου 2026

Hexbane στο Metal View: Είμαστε νοσταλγικοί αλλά όχι ρετρό

O Magus πέρα από θρύλος της Ελληνικής black metal σκηνής, με τους Necromantia και τους Thou Art Lord, τα τελευταία χρόνια είναι και ιδιαίτερα πολυάσχολος. Το νέο του πεδίο βολής, φέρει το όνομα Hexbane, και μας γυρνάει με ένα ώριμο πρίσμα, στην ανεμελιά, το πάθος και την άσβεστη φλόγα των πρώτων ημερών του ακραίου ήχου. Με συνοδοιπόρους τους Γιώργο Εμμανουήλ (Lucifer's Child), Τάσο Δανάζογλου (Friends Of Hell, ex-Electric Wizard) και τον σπουδαίο Faust (ex-Emperor), ενώνουν σκηνές, δεκαετίες και ξαναφέρνουν την Κόλαση της αυθεντικότητας, που πάντα χρειάζεται αυτό το είδος. Σχετικά με όλα όσα αφορούν το "From Hell", και πως επίσης οι Bathory έπαιξαν ρόλο στο εν λόγω πόνημα, ο ίδιος ο μπροστάρης, μιλάει στο Metal View.


-Από αυτό που θέλω να ξεκινήσω είναι ότι μετά το φινάλε των Necromantia σε βλέπω πιο ενεργό και με άλλα projects και με άλλες ιδέες. Πώς προέκυψε αυτό;

Κοίτα να δεις. Μετά το φινάλε των Necromantia πέρασα μια περίοδο λίγο άρνησης. Νομίζω τα είχαμε πει και παλιότερα. Μες στον κορονοϊό ξαναβρήκα λίγο τη δημιουργικότητά μου. Γιατί; Γιατί επειδή η καθημερινότητά μου και οι υποχρεώσεις μου είχαν μειωθεί λόγω του εγκλεισμού, βρήκα λίγο πιο ελεύθερο χρόνο και πιο πολύ space για να μπορώ να κάνω πράγματα που μου βγαίνουν από μέσα μου και μου αρέσουν. Και έτσι συνεχίστηκε... Και από εκεί και πέρα τα ξέρεις: από Yoth Iria, μέχρι The Magus και τους Hexbane τώρα. Η ιδέα για τους Hexbane δεν ήταν δική μου· ήταν η ιδέα του Τάσου Δανάζογλου. Γιατί όταν βρεθήκαμε κάποια στιγμή σε ένα tattoo convention,μιας και ασχολείται με τα tattoo, είναι η δουλειά του, είπαμε να κάνουμε κάτι μαζί. Και είπαμε «ναι, OK, να το κάνουμε», αλλά το αφήσαμε εκεί. Κάποια στιγμή ωρίμασε ο καιρός και είπαμε «ήρθε η ώρα να το κάνουμε». Βρήκαμε συνταξιδιώτες σε αυτό, τον Γιώργο Εμμανουήλ στις κιθάρες και τον Faust στα τύμπανα. Με τον Faust είχαμε να μιλήσουμε από τότε, από όταν ήμασταν και οι δύο 17-18 χρονών. Μετά από όλα αυτά, ξέρεις, ο άνθρωπος έκανε την οικογένειά του, τα παιδιά του, κι εγώ τα ίδια, και μετά από τόσα χρόνια ξαναβρεθήκαμε συνεργάτες σε μία μπάντα. Μας έφερε ξανά σε επαφή ο Μιχάλης των Den Saakaldte,  o οποίος έχει και ένα μπαρ στη Νορβηγία και γνωρίζονται. Και έτσι ξανά ήρθαμε σε επαφή. Όταν του το προτείναμε, «είμαστε οι τάδε και θέλουμε να κάνουμε κάποια κομμάτια, θες να παίξεις;», απάντησε αμέσως «ναι, είμαι μέσα, απλά δεν παίζω πολύ μοντέρνα πράγματα». Του λέμε «δεν θα είναι μοντέρνο, γιατί κι εμείς δεν είμαστε μοντέρνοι». Είμαστε, πέραν του Γιώργου που είναι ο 'Βενιαμίν', αν και όχι τόσο πιτσιρικάς πλέον, όλοι οι άλλοι είμαστε 50+. Οπότε του λέμε «μην αγχώνεσαι, δεν θα είναι κάτι μοντέρνο». Γιατί δεν θέλαμε κιόλας να είναι. Θέλαμε... για εμάς είναι ένα νοσταλγικό σχήμα οι Hexbane. Τέλος πάντων, και έτσι ξεκινήσαμε. Επειδή είναι νοσταλγικό σχήμα, ξεκινήσαμε την πορεία μας ως μια μπάντα που δεν ξέρω πού θα καταλήξει, αλλά έτσι όπως  ξεκινούσαν οι μπάντες το '80: με ένα 7ιντσο.

-Αυτό με το 7ιντσο, αν θυμάμαι καλά, το έχετε ξανακάνει και με τους Principality of Hell, επίσης με νοσταλγική διάθεση. Αλλά τώρα βλέπω μια διαφορετική προσέγγιση. Και μέσα στην όλη νοσταλγία και μέσα σε όλο αυτό το old-school attitude που υπάρχει, διακρίνω και ταυτότητες. Δηλαδή διακρίνω το παίξιμο του Γιώργου, διακρίνω τις δικές σου ατμόσφαιρες, διακρίνω πολλά πράγματα. Αυτό ήταν κάτι που προέκυψε απλά λόγω της χημείας σας ή ήταν κάτι που όντως το είχατε στο μυαλό σας, ότι «ναι μεν θέλουμε κάτι νοσταλγικό, αλλά δεν θέλουμε να είναι μια αντιγραφή από Venom, Bathory, early Mayhem,κ.ο.κ;

Έχεις ένα δίκιο σε αυτό, με την έννοια ότι είναι νοσταλγικό αλλά δεν θέλαμε να είναι «ρετρό». Θέλουμε να είναι νοσταλγικό γιατί είναι οι επιρροές μας εκεί μέσα, αλλά όχι να παίζουμε ακριβώς τα ίδια με καλύτερο ήχο. Mας ενδιαφέρει η δημιουργική φάση· ο νεωτερισμός σε αυτή τη μπάντα δεν μας αφορά, παίζουμε απλά γιατί γουστάρουμε. Οι ταυτότητές μας όμως υπάρχουν. Μπορεί τη μουσική για αυτά τα τραγούδια να τη δουλέψαμε εγώ με τον Γιώργο, αλλά και ο Τάσος και ο Faust βάλανε τα δικά τους παιξίματα. Είχαμε οδηγούς, αλλά ο καθένας έβαλε το δικό του ηχόχρωμα και τον χαρακτήρα του. Είναι συλλογική δουλειά, δεν είναι ενός. Όταν παίζεις τόσα χρόνια, δεν μπορείς να πεις σε έναν εξίσου έμπειρο μουσικό να τα παίξει ακριβώς όπως του λες. Του δίνεις τον οδηγό και του λες: «Βάλε μέσα τον χαρακτήρα σου, γι' αυτό είσαι εδώ, αλλιώς παίρναμε έναν session μουσικό». Ο σκοπός ήταν να βάλει ο καθένας κάτι δικό του, και νομίζω το καταφέραμε.

-Με τον Γιώργο έχεις συνεργαστεί ξανά, αλλά, πόσο εύκολο ή δύσκολο ήταν συνολικά να μαζευτείτε τέσσερα άτομα, και μέσα σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα να βρείτε πατήματα και να βγει αυτό το αποτέλεσμα;

Πάρα πολύ εύκολο! Όταν έχεις ασχοληθεί με το είδος —και ως ακροατής και ως μουσικός— 40 χρόνια, έχεις βρει την ταυτότητά σου και δεν ψάχνεις τίποτα, είναι πολύ εύκολο να δέσεις με κάποιον που ξέρει. Είχαμε κοινό μουσικό background και ένα κοινό όραμα για το πώς θέλουμε να ακούγεται. Είπαμε από την αρχή στον Faust: «Έλα στην Ελλάδα να γράψεις, όχι απλά να στείλουμε αρχεία. Έλα να τα πούμε κιόλας, είναι καλύτερο να είμαστε κοντά». Ο Τάσος έρχεται πιο εύκολα από την Κύπρο. Μόλις ήρθε και ο Faust, γράψαμε. Το αποτέλεσμα αυτού του εγχειρήματος το είδατε και στο βίντεο — το βίντεο είναι ουσιαστικά το ίδιο το recording, τίποτα άλλο. Θέλαμε να φέρουμε τον ακροατή μέσα στην ώρα της δημιουργίας και να διατηρήσουμε αυτή την απλότητα. Οπότε ήταν πάρα πολύ εύκολο.

-Αυτό που με ιντριγκάρει είναι ότι, ενώ ο καθένας διατηρεί την ταυτότητά του, υπάρχει ταυτόχρονα το ελληνικό στοιχείο αλλά και η σκοτεινιά/ψύχρα της Νορβηγίας. Είναι σαν να βλέπουμε εσένα σε πιο σκανδιναβικές φόρμες και τον Faust σε πιο ελληνικές. Θεωρείς ότι αυτή η σύμπραξη ένωσε σχολές;

Κατά έναν τρόπο ναι, και ήταν και λίγο αναπόφευκτο να γίνει αυτό, γιατί ο καθένας κουβαλάει τα βιώματά του. Και νομίζω είναι και η πρώτη φορά που γίνεται. Για μένα, οι δύο βασικές σχολές του ελληνικού/παγκόσμιου Black Metal, του δεύτερου κύματος, είναι η σκανδιναβική —κυρίως η νορβηγική— και η ελληνική σκηνή. Συγκροτήματα υπήρχαν σε πολλά μέρη του κόσμου, αρκετά καλά και αξιόλογα, αλλά σαν σκηνές οι πιο παραγωγικές ήταν αυτές οι δύο, και αρκετά διαφορετικές. Αυτό το feeling που περιέγραψες, το είχα κι εγώ όταν άκουσα ολοκληρωμένη τη δουλειά, όταν τελείωσε η μίξη και τα λοιπά. Μου το έβγαλε κι εμένα και λέω: «Κοίτα να δεις τώρα, λίγο στα γεράματα, πώς συναντιέται η Ελλάδα με τη Νορβηγία στο Black Metal!» Και είναι κάτι που το χάρηκα πάρα πολύ.

-Σχετικά με τη διασκευή στο "The Return Of Darkness And Evil" ποιο ήταν το σκεπτικό από πίσω;

Το "The Return of Darkness and Evil" των Bathory — όχι στην πρώτη thrash/power εκδοχή του Scandinavian Metal Attack, αλλά τη δεύτερη, την πιο Black Metal. Σε αυτό το κομμάτι έχουμε δώσει όλοι το γκάζι μας! Ο Faust έπαιξε τα τύμπανα μονοκοπανιά. Ήμασταν απ' έξω με τον Τάσο, συζητούσαμε και λέω: «Το τελείωσε! Το έπαιξε!». Για μένα είναι από τα αγαπημένα μου κομμάτια. Είμαι οπαδός των Bathory μέχρι το Blood Fire Death και λίγο Hammerheart — δεν ακουμπάω την επική εποχή. Το Twilight of the Gods με απογοήτευσε γιατί τραγούδαγε πολύ φάλτσα ο Quorthon, ενώ το αγαπημένο μου άλμπουμ είναι το The Return..., από τα πιο underground. Καταφέραμε να μεταδώσουμε αυτό το πνεύμα: να ακούγεται τωρινό, αλλά ταυτόχρονα και παλιό. Γενικά είχαμε κάνει προετοιμασία από το εξώφυλλο του EP μας, με το φεγγάρι ταιριάζει πολύ! Και ο Faust έχει tribute μπάντα στους Bathory, είμαστε και οι τέσσερις fans, οπότε ήταν λογική εξέλιξη.

-Νιώθεις πως οι Bathory είναι ο συνδετικός κρίκος των μελών των Hexbane;

Γενικά, τα τέσσερα γκρουπ που έχουν επηρεάσει εμένα και τους υπόλοιπους στο Black Metal είναι: Celtic Frost, Bathory, Venom, Mercyful Fate / Hellhammer. Όλα αυτά τα γκρουπ είναι που βάλανε τα δικά τους συστατικά και φτιάξανε ένα τόσο δυνατό diversity. Γιατί πλέον το Black Metal θεωρώ ότι έχει πολλές επιρροές. Όλα αυτά τα γκρουπ ήταν αυτά που βάλανε το «παντεσπάνι», τη μαγιά για να φτιαχτούν οι επόμενες γενιές. Και στους τέσσερίς μας αυτά τα γκρουπ είναι «τατουάζ». Αυτά τα γκρουπ δεν βγαίνουν ξανά, θα υπάρχουν πάντα μέσα μας, άσχετα με το τι παίζουμε. Πάντα θα υπάρχουν αυτοί οι τέσσερις από τον extreme χώρο, αλλά υπάρχουν και άλλα πράγματα φυσικά. Οπότε το πήγαμε λίγο έτσι. Η φωτογραφία αυτή που είδα για εξώφυλλο, γιατί είναι μια φωτογραφία που είχε ένας φίλος, ήθελα να μιλάει. Δεν μας νοιάζει ο νεωτερισμός, ούτε να παίξουμε Bathory σαν του Bathory, χαίρω πολύ, δεν είναι κάτι. Θέλαμε όλα αυτά τα ερεθίσματα να μπουν σε αυτό που παίζουμε.

-Εξ αρχής, και πριν δω τη διασκευή, ακούγοντας το πρώτο κομμάτι, ένιωσα κάτι δυνατό και σχετικά φρέσκο, αλλά με πολύ κλασικές αξίες και βάσεις. Θεωρείς ότι οι Hexbane είναι μια μπάντα παλιακή ή διαχρονική μέσα στο είδος της;

Οι Hexbane είναι τέσσερα άτομα που αγαπάνε αυτό που κάνουν. Κάποιος που ακούει σύγχρονο black metal μπορεί να πει «είναι παλιακό, ακούγεται δεκαετίες πίσω». Δεν μας απασχολεί! Με αυτή τη μουσική μεγαλώσαμε και για εμάς είναι μια τρομερή ψυχική διασκέδαση. Αυτή η μουσική μας έφερε τα πρώτα μας βιώματα. Ένα πράγμα που έχουμε συμφωνήσει είναι ότι δεν θέλουμε να χρησιμοποιήσουμε καθόλου πλήκτρα. Θέλουμε να το κάνουμε μόνο με κιθάρες και φωνές, διατηρώντας τον αρχικό, ατόφιο χαρακτήρα.

-Ενώ με τα άλλα σου συγκροτήματα έχεις πιο φιλοσοφημένες και μυστικιστικές τοποθετήσεις, εδώ όλα είναι πιο απλά και straight. Νιώθεις ότι βγήκαν κάποια απωθημένα από μέσα;

Όχι απωθημένα, αλλά έχεις δίκιο σ' αυτό. Γενικά οι Hexbane είναι υπέρ της απλότητας και της αμεσότητας. Δηλαδή είπαμε ότι θα είναι απλή, straight και άμεση, η μπάντα, το ίδιο και οι στίχοι μας, το ίδιο και τα λογότυπα και τα εξώφυλλα και οι τίτλοι. Θα είναι κατευθείαν to the point και όχι απλά, θα έλεγα απλοϊκά, απλοϊκότερα από αυτά που κάνουμε όλοι μας στις άλλες μας μπάντες. Δηλαδή και οι Yoth Iria και οι The Magus και οι Lucifer's Child και οι Friends of Hell και τα λοιπά είναι πιο occult μπάντες, δηλαδή έχουν πιο πολύ έντονο το μυστήριο. Εμάς είναι ό,τι λέει το EP, "From Hell", κατευθείαν, in your face. Έτσι θα είμαστε, αυτός ήταν και ο σκοπός μας απ' την αρχή. Είπαμε πρέπει να είναι μια μπάντα τέτοια, ξεκάθαρη... και τα νοήματά μας να είναι σχετικά απλά, όπως ήταν και τα νοήματα των πρώτων τότε. Άσχετα που μετά εξελίχθηκαν και αυτοί, αλλά θέλουμε αυτή την αίσθηση της απλότητας. Το ορθόδοξο, παλιό black metal, αυτό, τίποτα άλλο!

-Παρόλα αυτά, τα δύο κομμάτια του ΕΡ, έχουν αμεσότητα αλλά και μια εσωστρέφεια που τονίζει την ατμόσφαιρα και τη σκοτεινιά. Πώς βγήκε αυτό;

Ούτε εγώ δεν ξέρω. Προέκυψε! Επειδή οι Hexbane είναι ακριβώς μια μπάντα που είναι free, δεν μπορείς να καταπιέσεις τα πάντα, ας πούμε, για να ακολουθήσεις κάτι. Μας αρέσει, ταιριάζει στο κλίμα, έτσι λειτουργούμε. H αμεσότητα και η απλότητα μας χαρακτηρίζει. Αλλά από εκεί και πέρα δεν μπορούμε να παίξουμε και φα σολ λα.  Είμαστε μουσικοί που παίζουμε πολλά χρόνια για να παίξουμε τόσο απλά όπως παίζανε οι Venom όταν βγήκανε ή οι Bathory όταν βγήκανε. Δεν μπορούμε να το παίξουμε, γιατί το κάνουμε τόσα χρόνια αυτό, δεν μας βγαίνει το τόσο απλό.

-Και δεν είστε και σε παρόμοια φάση όπως ο δεκαοκτάχρονος Quorthon ή ο δεκαοκτάχρονος Cronos που παίζανε...

Έτσι. Είμαστε πενηντάρηδες οι οποίοι γουστάρουν να παίξουν, και λογικό είναι να μας βγει... ακόμα και το απλό να είναι έστω και λίγο πιο σύνθετο, γιατί δεν είναι επιτηδευμένο. Θα μπορούσαμε να πούμε «όχι, αυτό είναι πολύ τεχνικό, βγάλ' το». Όχι, ό,τι βγαίνει, βγαίνει! Αλλά απλά έχουμε έναν γνώμονα: να είναι απλό και άμεσο.

-Πώς είναι η αίσθηση να μιλούσατε με τον Faust όταν ξεκινούσατε στα 17-18 σου, εσύ με Necromantia, εκείνος με Emperor, και να βρίσκεστε ξανά μετά από τρεις δεκαετίες;

Θα σου πω ένα περιστατικό. Όταν κανονίζαμε τα πώς και τι, και πότε, και πώς θα γίνει, και πότε θα έρθει και αυτά, λέγαμε «ok». Σε μια φάση, το θυμάμαι τώρα, έπαιρνα καφέ και μου λέει να τα πούμε μετά, γιατί πρέπει να μαγειρέψει, γύρισαν τα παιδιά από το σχολείο... Οπότε λέω κι εγώ: «Ναι, κι εγώ πρέπει να βοηθήσω τον γιο μου στα μαθηματικά να διαβάσει, οπότε θα τα πούμε μετά». Και λέω: Καλά! Όταν ήμασταν δεκαοχτάρηδες, το φανταζόμασταν όλο αυτό; Ότι θα έρχονταν αυτές οι αλλαγές; Έτσι, πάντως δεν φάνηκε καθόλου παράξενο ή περίεργο. Με το που βρεθήκαμε, ήμασταν ok, σαν να μην είχαμε χαθεί. Όχι ότι ήμασταν κολλητοί ποτέ, γιατί η απόσταση είναι απόσταση. Αλλά ήταν σαν να συνεχίσαμε από εκεί που σταματήσαμε. Σαν να είχαμε μια κουβέντα, να λέει «ας πάω να πάρω τσιγάρα» και μετά από 30 χρόνια ξαναβρισκόμαστε να συνεχίσουμε την κουβέντα! Κάπως έτσι. Απλά σου είπα ότι αυτό το περιστατικό ήταν θεϊκό στα μηνύματα, γιατί το κοίταζα μετά και λέω: που να φανταζόμουν εγώ όταν ήμουν 18 χρονών με αυτόν που ήταν τόσο, ότι θα λέγαμε στο μέλλον «έχω κάτι οικογενειακές υποχρεώσεις, να τα πούμε λίγο πιο μετά γιατί δεν μπορώ τώρα». Δεν παίζει! Οπότε αυτό, κατά μία έννοια, είναι ανεκτίμητο και ανεπανάληπτο. Σίγουρα όμως δεν πιστεύαμε σε κάποιο κοινό project.

-Πώς το βλέπετε αυτό το σχήμα; Σαν project, σαν supergroup, σαν κανονική μπάντα;

Τίποτα από αυτά και όλα μαζί! Συζητήσαμε πρόσφατα να δουλέψουμε σε πλήρες άλμπουμ. Υπάρχει και το ενδεχόμενο για live, δεν το αποκλείω. Τι δρόμο θα πάρει, δεν ξέρω. Μπορεί να κάνουμε πέντε live σε φεστιβάλ, μπορεί και τίποτα αν μας πιέσουν οι οικογενειακές και μουσικές υποχρεώσεις. Όπως στους Thou Art Lord με τον Σάκη, που υπάρχουμε χωρίς να πιεζόμαστε. Οι Hexbane θα πάρουν ένα μερίδιο από τον χρόνο μας όσο μας ευχαριστεί, χωρίς άγχος.

-Οπότε οι Hexbane είναι μια «ελεύθερη σχέση»;

Ακριβώς, ναι. Πολύ ωραίος ορισμός!

-Πάντως δε φανταζόμουν ότι θα υπήρχε ίσως το ενδεχόμενο για live...

Για τα live, μας έχουν ήδη ζητήσει, αλλά τους λέμε: «Τι να παίξουμε με δύο κομμάτια; Δύο δικά μας και 15 διασκευές; Ας βγάλουμε δίσκο πρώτα και βλέπουμε!». Αλλά όντως δεν το αποκλείουμε, θα ήταν καλή φάση.

-Αν πάτε για άλμπουμ, έχετε σκεφτεί τι κατεύθυνση θα έχει;

Σίγουρα δεν θα έχει πολλά blast beats. Το blast beats είναι πιο μοντέρνα στοιχεία, οπότε θα το κρατήσουμε low. Θα έχουμε περισσότερο groove, heaviness, mid-tempo και fast ταχύτητες. Θέλουμε το blast beat να μπαίνει σπάνια και να κάνει τη διαφορά, όχι να «βασιστούμε» πάνω του.

-Είπες πριν κάτι πολύ καλό, και θα κλείσω με αυτό. Είστε μια νοσταλγική μπάντα, αλλά όχι ρετρό. Αυτή η σαφής ισορροπία μιας μπάντας, είναι κάτι που ίσως να λείπει από μια σκηνή που έχει ή πολύ παλιομοδίτικες ρετρό μπάντες ή πολύ σύγχρονες;

Έχεις δίκιο σε αυτό, ότι υπάρχει ένα μουσικό κενό. Ότι υπάρχουν μπάντες που τις λέω ρετρό, που παίζουν όπως ακριβώς παίζανε οι τότε, από Midnight μέχρι κι άλλες. Αυτό που κάνουμε εμείς, που είναι εμμέσως ένας φόρος τιμής σε εκείνους τους παλιούς, αλλά ταυτόχρονα έχει και τη δική μας προσωπικότητα, δεν υπάρχει. Δηλαδή μπάντα που να είναι nostalgic αλλά όχι ρετρό, νομίζω δεν υπάρχει. Έχεις δίκιο, δεν υπάρχει, και το είχα σκεφτεί κι εγώ, το είχα αναρωτηθεί: «Βρε παιδιά, μα έτσι δεν παίζει κανένας!» Με την έννοια ότι ναι μεν ή θα παίζει και θα ακούγεται σαν τους παλιούς τελείως, ή θα είναι κάτι άλλο. Κάποιος που να βγάζει στη μουσική τον θαυμασμό των παλαιών χωρίς να είναι κακή κόπια, δεν υπάρχει. Ίσως είναι και το πλήρωμα του χρόνου, γιατί μεγαλώνουμε!

Γιάννης Χαρτζανιώτης

Δεν υπάρχουν σχόλια: