Οι Brymir είναι μια μηχανή παραγωγής, σύγχρονου, μελωδικού death metal. Έχουν περάσει ήδη 20 χρόνια από τη δημιουργία τους, και συνεχίζουν δυναμικά να ψάχνονται και να ανακαλύπτουν νέα μοτίβα για τον ήχο τους, κάτι που γίνεται και τώρα, στο πέμπτο τους άλμπουμ. Με πιο σκοτεινή συνταγή, και πιο ακραία υπόσταση, το Φιλανδικό γκρουπ κυκλοφόρησε το "What We Leave Behind", με τον μπασίστα, Jarkko Niemi, να μιλάει στο Metal View για αυτό.
-Όλα αυτά τα χρόνια είχατε μια συνταγή για τον δικό σας ήχο, το δικό σας στυλ, αλλά βλέπουμε μια εξέλιξη. Και η πρώτη ερώτηση που θα ήθελα να σας κάνω είναι: πέρα από ένα πολύ καλό άλμπουμ ή μια μουσική εξέλιξη, θέλετε να πάτε ένα βήμα παραπέρα ως μουσικοί, ως καλλιτέχνες και ως μπάντα γενικότερα;
Κοίτα, η φιλοδοξία για βελτίωση υπάρχει πάντα. Φυσικά θέλεις το επόμενο άλμπουμ να γίνει ακόμα καλύτερο. Και φυσιολογικά, από εκεί και πέρα, τείνεις να έχεις και τις προσωπικές σου φιλοδοξίες, όπως το να γράφεις καλύτερα τραγούδια και να κάνεις το όλο εγχείρημα πιο καλοκουρδισμένο και συνολικά καλύτερο. Και φυσικά, δεν θα έβλαπτε να κάναμε αυτό το ένα τεράστιο hit άλμπουμ για να μπορέσουμε επιτέλους να περιοδεύσουμε σωστά σε όλο τον κόσμο. Οπότε υπάρχει σίγουρα αυτή η πείνα. Αλλά όσον αφορά την ίδια τη μουσική, δεν προσπαθούμε ποτέ πραγματικά να σκεφτούμε ότι πρέπει να πάμε προς μια συγκεκριμένη κατεύθυνση ή ότι πρέπει να κάνουμε κάτι συγκεκριμένο. Είναι περισσότερο του στυλ «αυτή είναι η καλύτερη μουσική που νιώθουμε σωστή αυτή τη στιγμή και η πιο αυθεντική». Αυτό το άλμπουμ, για παράδειγμα, είναι πολύ πιο σκοτεινό θεματικά και υπάρχουν περισσότερα black metal στοιχεία, παρόλο που αυτά υπήρχαν λίγο και στα προηγούμενα άλμπουμ, αλλά τώρα είναι πιο έντονα. Έχει να κάνει περισσότερο με το πώς νιώθουμε τη δεδομένη στιγμή και με το να κάνουμε το καλύτερο και πιο αυθεντικό αποτέλεσμα από αυτή την αφετηρία.
-Κάπως άρχισες να μιλάς για πράγματα που ήδη ήθελα να σε ρωτήσω. Οπότε η επόμενη ερώτησή μου ήταν γύρω από αυτό το σκοτάδι. Σκέφτηκα ότι ίσως είναι το πιο σκοτεινό σας άλμπουμ μέχρι στιγμής. Και θα ήθελα να σε ρωτήσω πως ήρθε αυτή η έμπνευση κι αν πιστεύεις ότι αυτό το στοιχείο ήταν κάτι που έλειπε από τη δισκογραφία των Brymir μέχρι τώρα;
Λοιπόν, μέχρι στιγμής στη δισκογραφία των Brymir υπήρχαν σκοτεινά στοιχεία. Για παράδειγμα, στο προηγούμενο άλμπουμ υπάρχουν υπαινιγμοί και αναφορές στον πόλεμο, σχετικά με την Ουκρανία συγκεκριμένα, που ακόμα συνεχίζεται. Αυτό είναι ένα πολύ βαρύ θέμα. Φυσικά θέλουμε να δίνουμε βάση και σε πιο προσωπικά θέματα, αλλά αυτή τη φορά, αναφερόμαστε σε ορισμένα πολύ βαριά γεγονότα που συνέβησαν τα τελευταία δύο χρόνια, λίγο πιο "δικά" μας. Υπάρχει ένα πολύ προσωπικό τραγούδι από τον Joona, ο οποίος γράφει πολύ διαφορετικό είδος μουσικής για την άλλη του μπάντα, τους Battle Beast, όπου γράφει power metal επιτυχίες. Και τώρα, για αυτό το άλμπουμ, έγραψε για εμάς το πιο extreme metal τραγούδι που υπάρχει στον δίσκο. Οπότε η έμπνευση έρχεται από αυτό που νιώθουμε εκείνη την περίοδο. Υπήρξαν δύσκολες στιγμές στην προσωπική μας ζωή, αλλά υπάρχει επίσης και αυτή η γενικότερη αποπνικτική αίσθηση στον κόσμο αυτή τη στιγμή. Μπορείς να πεις ότι τα τελευταία τέσσερα χρόνια τα πράγματα δεν γίνονται ελαφρύτερα, υπάρχουν όλα αυτά τα είδη απειλών με την Τεχνητή Νοημοσύνη, πόλεμοι παντού και κάθε είδους αστάθεια που αρχίζει πραγματικά να σε επηρεάζει σιγά-σιγά. Οπότε αυτό βγήκε φυσικά, αν και φυσικά υπάρχουν και πιο ανάλαφρα σημεία.
-Ο τίτλος του άλμπουμ είναι What We Leave Behind. Πιστεύεις ότι πέρα από όλη αυτή τη μυθολογική ή epic fantasy θεματολογία, αποδίδεται κάπως και σε όλα αυτά που ζούμε και σε όλο αυτό το χάος και την καταστροφή που αφήνουμε πίσω με τα χρόνια;
Όσον αφορά το πώς προέκυψε το όνομα του άλμπουμ, υπάρχει το θέμα της κληρονομιάς και του τι κάνουμε, αλλά προσεγγίζεται από πολύ διαφορετικές οπτικές γωνίες κάθε φορά. Δεν είναι μόνο το τι είδος καταστροφής αφήνουμε πίσω, αλλά και το πώς προσπαθούμε ως άνθρωποι ή άτομα να αφήσουμε κάτι καλύτερο, καθώς και η πρόκληση και οι προσπάθειες που συνεπάγεται αυτό. Με αυτόν τον τρόπο, το να διαχειρίζεσαι το τι σε κάνει ηθικό άνθρωπο έγκειται στο ότι προσπαθείς, ενώ γνωρίζεις ότι ζεις σε δύσκολες εποχές, γνωρίζεις ότι θα κάνεις λάθη και ότι η επόμενη γενιά θα κάνει διαφορετικά ή τα ίδια λάθη. Αλλά παρ' όλα αυτά προσπαθείς να κάνεις κάτι που θα αφήσει τον κόσμο λίγο καλύτερο. Πιστεύω ότι αυτό ήταν το κεντρικό θέμα που πέρασε στο άλμπουμ. Υπάρχουν όλες αυτές οι σκέψεις από διαφορετικές οπτικές γωνίες, από την κορυφή της κοινωνικής πυραμίδας μέχρι πολύ ατομικιστικά ζητήματα. Οπότε ναι, η μυθολογία είναι αυτή η ποιητική γλώσσα που χρησιμοποιείς σε αυτό το είδος μουσικής για να μεταφέρεις αυτά τα πολύ πραγματικά και συγκεκριμένα πράγματα.
-Πιστεύεις πάντως ότι η μυθολογία μπορεί να συνδεθεί με την πραγματική ζωή; Δηλαδή, αν δεις τις μυθολογίες, τις θρησκείες, ακόμα και το σύμπαν του Τόλκιν, έχουν μια αντανάκλαση στον πραγματικό κόσμο. Μέσα από τα θέματα των τραγουδιών, πιστεύεις ότι μπορεί κάποιος να πάρει μερικούς στίχους από εδώ κι εκεί για να ενώσει μια λεπτή γραμμή ανάμεσα στο φανταστικό και την πραγματικότητα;
Ο τρόπος που το βλέπω είναι ότι η χρήση της μυθολογικής γλώσσας—ακόμα και οι αρχικοί μύθοι όταν γράφτηκαν και μιλούσαν για τους ελληνικούς θεούς, ή τους ήρωες, μιλούσαν για το τι συνέβαινε εκείνη τη στιγμή. Ήταν απλώς το είδος των λέξεων και των συμβόλων που χρησιμοποιούσαν για να μεταφέρουν ιστορίες για το πώς είναι να είσαι άνθρωπος σε εκείνη την εποχή. Η χρήση αυτής της ποιητικής γλώσσας λειτουργεί σαν ένας «πολιτισμικός ιστός» ή μεγάλες εικόνες και σύμβολα που μεταφέρουν πολλά συναισθήματα, με τα οποία άνθρωποι από διαφορετικά υπόβαθρα μπορούν να ταυτιστούν. Όλοι μοιραζόμαστε ορισμένες πολιτισμικές ιδέες, εικόνες και σύμβολα. Αλλά με τη μυθολογική έννοια, μας βοηθάει επίσης να κρατάμε τα πράγματα πολύ ωμά και προσωπικά ταυτόχρονα. Μας δίνει μια «μάσκα» που μπορούμε να φορέσουμε, ώστε να μιλήσουμε για κάτι που συνέβη πολύ συγκεκριμένα σε εμάς και στη συνέχεια να το μεταφράσουμε σε κάτι πιο οικουμενικό που το κοινό μπορεί να εισπράξει. Έτσι ο ακροατής σκέφτεται: «Εντάξει, τραγουδάνε γι' αυτό, κι εγώ νιώθω και βλέπω αυτή την εικόνα στο μυαλό μου και με αφορά προσωπικά με αυτόν τον τρόπο». Επομένως, είναι ένας πολύ φυσικός τρόπος να χρησιμοποιείς αυτή τη γλώσσα για να μεταφέρεις μια πολύ συγκεκριμένη ιστορία και μετά να τη δώσεις στο κοινό.
-Μιλώντας μουσικά, φυσικά, όπως ανέφερες και πριν, υπάρχει μια μεγαλύτερη αιχμηρότητα και ακραίο στοιχείο στον ήχο του νέου άλμπουμ. Βλέπουμε tremolo picking, πιο βαριά και ψυχρά riffs, blast beats και τέτοια πράγματα, αλλά σε μια ισορροπία με τον δικό σας χαρακτηριστικό ήχο. Πώς αποφασίσατε να πειραματιστείτε ή να βρείτε περισσότερα black metal στοιχεία, έτσι και λίγο πιο 90s;
Ναι, πολύ καλό που παρατήρησες ότι είναι συγκεκριμένα από τα 90s, όπως οι παλιοί Dimmu Borgir και τέτοια συγκροτήματα. Επειδή με αυτά μεγαλώσαμε σαν έφηβοι, και ξέρεις εκείνα τα τρυφερά χρόνια είναι, που οι αγαπημένες σου μπάντες αποτυπώνονται στο μυαλό σου. Αυτά ήταν τα ακούσματα με τα οποία μεγαλώσαμε. Οπότε είναι πολύ φυσικό, όταν λέγαμε «οκ, θα κάνουμε κάτι τέτοιο», να μας ακούγεται ωραίο επειδή είναι κάτι που υπήρχε ήδη στο πίσω μέρος του μυαλού μας. Υπό αυτή την έννοια, δεν χρειάστηκε να ψάξουμε μακριά για τέτοιες επιρροές. Είχαμε πάντα αυτές τις πιο σκοτεινές πινελιές εδώ κι εκεί στους δίσκους μας. Ακόμα και στον πρώτο μας δίσκο, το πρώτο μας βίντεο κλιπ single, το Retribution, είχε αυτό το πιο σκοτεινό, black metal υπόβαθρο. Είναι απλώς θέμα του τι φέρνουμε στο προσκήνιο κάθε φορά και πόσο έχουμε εξελίξει τη διαδικασία παραγωγής. Ξέρουμε πλέον τι να κάνουμε και να μην τα βάζουμε όλα μαζί το ένα πάνω στο άλλο. Τώρα ξέρουμε ότι όταν θέλουμε να ακουστούμε βαριοί, μπορούμε να πάμε πολύ βαριά στις κιθάρες, να έχουμε έναν ισοπεδωτικό ήχο και να μην προσπαθήσουμε να βάλουμε ένα lead κιθαριστικό σόλο από πάνω. Η όταν θέλουμε να πάμε σε κάτι πιο ήπιο, μπορούμε να δοθούμε ολοκληρωτικά σε αυτή τη μαλακότητα. Έτσι, οι αντιθέσεις είναι πιο έντονες αυτή τη φορά, καθώς πιστεύω ότι γίναμε καλύτεροι στο να αναγνωρίζουμε ποιο είναι το κομβικό σημείο του κάθε τραγουδιού.
-Αλλά κάτι πολύ ενδιαφέρον είναι ότι αν ακούσει κανείς το άλμπουμ στην ολότητά του, βλέπει ότι παρά τις αντιθέσεις, ο δίσκος λειτουργεί πολύ οργανικά. Δηλαδή, έχετε την απαλή εισαγωγή, κάποια preludes, interludes, πολύ επιβλητικές εισαγωγές στα τραγούδια. Ήταν κάτι που θέλατε να κάνετε συνειδητά για να μην ακούγεται απότομο;
Όσον αφορά τα μεμονωμένα τραγούδια, γράφουμε πάντα απλώς το τραγούδι. Δεν σκεφτόμαστε ποτέ εκ των προτέρων κάποιο μεγαλειώδες concept, ότι δηλαδή πρέπει να ξεκινάει από εδώ, να περνάει από αυτά τα συναισθήματα και να καταλήγει σε ένα συγκεκριμένο μέρος. Ουσιαστικά, απλά παρατηρήσαμε ότι αυτά τα τραγούδια έχουν μια ροή και μεγάλες αντιθέσεις. Και μετά συνειδητοποιήσαμε ότι αν τοποθετήσουμε το κάθε κομμάτι στη σωστή θέση, δημιουργείται μια σπουδαία ροή. Ήταν σχεδόν σύμπτωση. Και τα μικρά interludes που υπήρχαν, επρόκειτο ήδη να μπούνε ως αυτόνομα κομμάτια, και απλά έδεναν τόσο ωραία από το ένα σημείο στο άλλο. Εκπλαγήκαμε όλοι με το πόσο καλά έδεσε και ήμασταν πολύ τυχεροί. Και νομίζω ότι ο Victor, μόλις αποφασίσαμε τη σειρά των τραγουδιών, επειδή έχει υπόβαθρο στη soundtrack-ική μουσική, μπόρεσε να κάνει τις τελικές λεπτές πινελιές εδώ κι εκεί. Έτσι, οι μεταβάσεις ανάμεσα στα τραγούδια στο τελικό προϊόν είναι πολύ ομαλές, παρόλο που δεν είχαμε κανένα τέτοιο σχέδιο στην αρχή. Σχεδόν πάντα συμβαίνει κατά τύχη και είμαστε πολύ χαρούμενοι γι' αυτό.
-Επίσης, κάτι που μου αρέσει πολύ σε εσάς γενικά, όχι μόνο σε αυτό το άλμπουμ, είναι ότι είστε τόσο ανοιχτόμυαλοι, πράγμα που φαίνεται και από τη διασκευή στους Scooter στο άλμπουμ. Θα ήθελα λοιπόν να σε ρωτήσω: πόσο δύσκολο ήταν να ισορροπήσει και να αναμειχθεί αυτό με τα υπόλοιπα τραγούδια; Και πώς αποφασίσατε αυτή τη διασκευή;
Λοιπόν, προέρχεται από το ίδιο μέρος με τα στοιχεία των Dimmu Borgir, που έλεγα πριν, γιατί, ξέρεις, τα 90s ήταν η χρυσή εποχή της Eurodance στην Ευρώπη. Ήταν κάτι με το οποίο μεγάλωσες και έλεγες «ναι, αυτό τα σπάει» και έχει μείνει κάπου στο πίσω μέρος του μυαλού σου. Ο Victor σχεδίαζε αυτή τη διασκευή για περίπου 10 χρόνια. Τον βασάνιζε αυτή η ιδέα και είχε πολύ καθαρό όραμα για το πώς θα γινόταν. Ουσιαστικά, σε μια συνάντηση που είχε με τη δισκογραφική εταιρεία, τον ρώτησαν αν σχεδιάζουν να κάνουν κάποια διασκευή και για αυτό το άλμπουμ. Στο προηγούμενο άλμπουμ είχαμε διασκευάσει Dark Funeral, οπότε σκέφτηκε: «Ας κάνουμε κάτι διαφορετικό. Τι λέτε για Scooter;». Το πέταξε μεταξύ σοβαρού κι αστείου, γιατί στο μυαλό του ήταν πολύ σοβαρός. Δε διαφωνήσαμε, ίσα ίσα. Έτσι ήρθε το "How Much Is The Fish". Μέσα σε δύο μέρες έκανε το demo του τραγουδιού και ήταν όλα έτοιμα, το πώς θα πάνε τα riffs, τα ντραμς. Είναι πολύ ταλαντούχος με αυτόν τον ήχο, στο να το κάνει να ακούγεται σαν Brymir. Παράλληλα έχει και υπόβαθρο στην ηλεκτρονική μουσική, καθώς κάνει psytrance ως ανεξάρτητος καλλιτέχνης, οπότε μπορούσε να ενσωματώσει τα Eurodance στοιχεία πολύ εύκολα. Και παραδόξως, δένει πολύ ωραία με το άλμπουμ με έναν περίεργο τρόπο, γιατί κατά τα άλλα ο δίσκος έχει τόση μαυρίλα και καταχνιά. Το τραγούδι που βρίσκεται ακριβώς πριν από αυτό το bonus κομμάτι στο τέλος, καταλήγει στο πιο σκοτεινό και doom μέρος που γίνεται. Οπότε λειτουργεί σαν μια ανακούφιση στο τέλος, σαν χωνευτικό, αν θέλεις να σταματήσεις το άλμπουμ στο τελευταίο πρωτότυπο τραγούδι των Brymir και να βουλιάξεις στην απελπισία, είναι θεμιτό. Αλλά μετά υπάρχει αυτό για να σε αφήσει να συνεχίσεις τη μέρα σου και να έχεις μια κάθαρση, λέγοντας: «Οκέι, όλα είναι καλά, έβγαλα τα σκοτεινά μου συναισθήματα και τώρα μπορώ να απολαύσω πάλι τη ζωή».
-Τέλεια. Μουσικά, αυτά τα δύο άλμπουμ που θα συγκρίνω δεν είναι ούτε τόσο κοντά, αλλά ούτε και τόσο μακριά. Όμως τα εξώφυλλά τους είναι πολύ παρόμοια. Αναφέρομαι στο Voices in the Sky και στο νέο σας άλμπουμ. Θα ήθελα λοιπόν να σε ρωτήσω αν υπάρχει κάποια σύνδεση ανάμεσα σε αυτά τα δύο άλμπουμ;
Ήταν κατά κάποιο τρόπο συμπτωματικό το πώς καταλήξαμε σε αυτή τη χρωματική παλέτα για το νέο. Στο προηγούμενο άλμπουμ θέλαμε να κινηθούμε σε ένα πιο graphic artist στυλ. Για αυτό το τελευταίο άλμπουμ, το μόνο που ξέραμε ήταν με ποιον θέλαμε να συνεργαστούμε. Το εξώφυλλο δημιουργήθηκε από τον Samuli Ponsimaa, τον κιθαρίστα των Finntroll, ο οποίος κάνει επίσης όλα τα εικαστικά για εκείνους. Γίναμε πολύ καλοί φίλοι μαζί του, όταν περιοδεύσαμε με τους Finntroll το '22, οπότε θέλαμε τη δική του ματιά πάνω σε κάτι για εμάς. Ταυτόχρονα, θέλαμε να κάνουμε το άλμα σε μια πιο επιστημονικής φαντασίας αισθητική, με την οποία είχαμε καταπιαστεί λίγο στο παρελθόν, αλλά τώρα θέλαμε να μπούμε πλήρως σε αυτήν. Ενθουσιάστηκε πολύ και αρχίσαμε να ανταλλάσσουμε ιδέες για τις αναφορές και τα στοιχεία που θέλαμε. Δεθήκαμε αμέσως. Όταν μας έστειλε το προσχέδιο με το χαρακτηριστικό του στυλ, είπαμε αμέσως «αυτό είναι». Είναι σχεδόν σύμπτωση που μοιάζει με το Voices in the Sky, αλλά έγινε από τελείως διαφορετικό άνθρωπο. Δεν ήταν καθόλου σχεδιασμένο.
-Αυτό είναι καλό. Είδα το εξώφυλλο του νέου άλμπουμ και θυμήθηκα το προηγούμενο, οπότε σκέφτηκα ότι ίσως κάνετε κάποιου είδους τριλογία τώρα. Αλλά ναι, μουσικά είναι εντελώς διαφορετικά. Επίσης, κάτι που μου αρέσει πολύ στη μουσική σας και στο φινλανδικό metal γενικότερα μιας και το πιάσαμε, είναι αυτό το μελωδικό και πολύ κιθαριστικό death metal που έχετε. Πιστεύεις ότι για εσάς είναι μια παράδοση, μια σκηνή, όπως στη Νορβηγία έχουν το black metal;
Ναι, το φινλανδικό melodic death metal... υπάρχει μια διαφορά. Είναι δύσκολο να το παρατηρήσεις στη δική σου μουσική εφόσον προσπαθείς απλά να εκφράσεις τον εαυτό σου, αλλά όταν κοιτάζεις τις άλλες μπάντες γύρω σου, λες σίγουρα «ναι, υπάρχει ένας συγκεκριμένος φινλανδικός ήχος». Είναι κάπως περίεργο το πώς καταλήγει εκεί. Ίσως οφείλεται στο ότι είχαμε όλοι παρόμοιους πρωτοπόρους από τη χώρα μας, όπως τους Children of Bodom, τους Wintersun και άλλους, που επηρέασαν τον τρόπο που προσεγγίζουμε τις κιθάρες και το τι θεωρούμε σπουδαία παραγωγή. Εναπόκειται στο κοινό να πει αν, για παράδειγμα στην Ελλάδα ή οπουδήποτε αλλού, ακούει κάτι και λέει «αυτό ακούγεται ξεκάθαρα φινλανδικό». Εγώ μόνο εικασίες μπορώ να κάνω, γιατί όταν είσαι μέσα σε αυτό, δεν μπορείς να το δεις αντικειμενικά.
-Φέτος συμπληρώνετε 20 χρόνια ως μπάντα και επίσης το ντεμπούτο άλμπουμ σας συμπληρώνει 15 χρόνια. Θα ήθελα λοιπόν να σε ρωτήσω: πόσο διαφορετικά βλέπεις τα πράγματα ανάμεσα στο τότε και στο τώρα, με την εμπειρία σου, τα βιώματά σου, τη δισκογραφία που έχετε και όλα τα σχετικά;
Λοιπόν, όταν ξεκινήσαμε τη μπάντα είμασταν ακόμα έφηβοι. Οπότε, όπως είναι φυσικό, είμαστε πολύ διαφορετικοί άνθρωποι αυτή τη στιγμή. Η διαδρομή όλα αυτά τα χρόνια ήταν υπέροχη και πέρασε τόσο γρήγορα. Είναι πολύ δύσκολο να πω πώς έχει αλλάξει η ζωή μου—μετακομίζεις σε δικό σου σπίτι, πας στη δουλειά σου και κάνεις τέτοια πράγματα. Όμως όσον αφορά τη μπάντα την ίδια, νομίζω ότι η διαδικασία ήταν πάντα πολύ παρόμοια: η ίδια ορμή, η ίδια πείνα για δημιουργία και βασικά τα ίδια άτομα. Είχαμε μερικούς ντράμερ στην αρχή, αλλά το 2013 ήρθε ο Patrik Fält και είναι μαζί μας από τότε. Και στην πορεία αποχώρησαν μόνο δύο άτομα όλα αυτά τα χρόνια. Επομένως, είναι ουσιαστικά ο ίδιος πυρήνας ανθρώπων όλο αυτό το διάστημα και μεγαλώσαμε μαζί με τη μπάντα. Είσαι τόσο μέσα σε αυτό που δεν ξέρεις πραγματικά αν είσαι διαφορετικός άνθρωπος αυτή τη στιγμή. Ξέρουμε πολλά περισσότερα πράγματα για το πώς να κάνουμε και να προσεγγίζουμε τα πράγματα. Βέβαια, και τα συστήματα αλλάζουν συνεχώς, οπότε μαθαίνεις κι εσύ συνεχώς. Πιστεύω ότι το πιο σημαντικό πράγμα που παρέμεινε ίδιο είναι αυτή η ορμή, η πείνα και η χαρά της δημιουργίας μουσικής. Από το δεύτερο άλμπουμ και μετά, κάνουμε τα πάντα μόνοι μας: παραγωγή, μίξη, ηχογράφηση μαζί με τον Victor, γινόμενοι όλο και καλύτεροι στον τομέα της παραγωγής. Οπότε υπό αυτή την έννοια, αυτή είναι η κύρια διαφορά πως το γκρουπ, δηλαδή το συνολικό μας «πακέτο» είναι πιο ολοκληρωμένα και τελειοποιημένα από ποτέ αυτή τη στιγμή.
-Τέλεια. Και η τελευταία μου ερώτηση έχει να κάνει με τα επόμενα σχέδιά σας τώρα που κυκλοφορεί το άλμπουμ.
Ποια είναι τα πρώτα σχέδια; Λοιπόν, περιοδείες, περιοδείες και περιοδείες! Σε κάθε κύκλο άλμπουμ είχαμε καλύτερες ευκαιρίες, με μια καλύτερη ομάδα πίσω μας, με μάνατζερ για τις συναυλίες και τα λοιπά. Και έτσι φαίνεται και για αυτό το άλμπουμ, ότι θα κάνουμε περισσότερα live, περισσότερες διεθνείς εμφανίσεις, ταξιδεύοντας τη μουσική μας στο κοινό για να την απολαύσει. Αυτή η μπάντα ζει μέσα από τη ζωντανή εμπειρία. Εκεί είναι που η μουσική ζωντανεύει και μοιραζόμαστε την ενέργειά μας με το κοινό, κι αυτό είναι ο απόλυτος πυρήνας της. Φαίνεται ότι θα κάνουμε περισσότερα live σε ακόμα μεγαλύτερες αγορές. Τον Ιανουάριο πηγαίνουμε στην Αμερική για πρώτη φορά, στην κρουαζιέρα 70,000 Tons of Metal, και ίσως κάνουμε κάποιες επαφές εκεί που θα μας βοηθήσουν να μπούμε σε αυτή την αγορά. Επίσης, την άνοιξη κάνουμε μια πρώτη ευρωπαϊκή περιοδεία με τους Bloodred Hourglass. Υπάρχουν διάφορα πράγματα στα σκαριά και φαίνεται ότι θα κάνουμε ακόμα περισσότερες διεθνείς συναυλίες, που είναι ο τρόπος για να φτάσει η μουσική μας σε όλο και περισσότερο κόσμο. Αυτό είναι ένα όνειρο που γίνεται πραγματικότητα. Είναι μια αργή και σταθερή διαδικασία, είναι μαραθώνιος, όχι σπριντ.
-Αλλά ταυτόχρονα ζείτε το όνειρο, τουλάχιστον στο δικό μου μυαλό έτσι λειτουργεί...
Λοιπόν, μακάρι να μην είχαμε και τις πρωινές μας δουλειές παράλληλα! Αλλά αυτό είναι κάτι από το οποίο παίρνεις πραγματικά ενέργεια, παρόλο που απαιτεί πολλή δουλειά, παίρνεις και πάρα πολλά πίσω.
Γιάννης Χαρτζανιώτης

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου