Παρασκευή 22 Μαΐου 2026

DIMMU BORGIR-GRAND SERPENT RISING (Album Review)

Οι Dimmu Borgir είναι το παράδειγμα μπάντας που ανέπτυξε το black metal και έθεσε τα θεμέλια για πειραματισμούς και λόγους συζητήσεων πίσω από τη μαγική τους συνταγή. Βρισκόμενοι στο πάνθεον του ακραίου ήχου, ακόμα και σήμερα, αποτελούν αντικείμενο συζήτησης με ό,τι κυκλοφορούν, ακόμα κι αν έχουν περάσει χρόνια από την τελευταία τους δουλειά. Τα φίδια όμως ξαναβγήκαν από τα λαγούμια τους και φέρνουν μαζί τους το "Grand Serpent Rising, το 11ο άλμπουμ των κύριων από το Όσλο.


Με το νέο τους άλμπουμ, το μεγάλο όνομα του Νορβηγικού ακραίου ήχου, επαναπροσδιορίζει πολλά πράγματα, και προσπαθεί να βάλει στη σειρά τα κακώς κείμενα που κατά καιρούς έχουν γραφτεί για τη συνθετική τους πορεία. Το "Grand Serpent Rising" σε πρώτη φάση, δε χάνει από ατμόσφαιρα όπως είναι λογικό, αλλά χτίζει μια κινηματογραφική, αποκρυφιστική εικόνα που ενώνει το παρελθόν με το παρόν.

Το εισαγωγικό "Tridentium", σαν ένα άλλο "Perfection Of Vanity", έρχεται μουσικά πιο ώριμο, τα φίδια που σέρνονται πάνε να κάτσουν στο βωμό τους, και όλα μπαίνουν σε μια σειρά, όπου πυρές ανάβουν μέσα στο σκοτάδι. Ακριβώς σε αυτές τις ισορροπίες μεταξύ πυρακτωμένων στιγμών αλλά και απόλυτα σκοτεινών παίζει όλο το σύνολο, όπου πέρα από το sympohnic κομμάτι, το black metal ξαναβγαίνει στην εποφάνεια. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, ήδη το "Ascent" που παίρνει αμέσως την σκυτάλη, όπου οι ταχύτητες και τα riffs μας πηγαίνουν σε εποχές πολύ πριν το "Abrahadabra", όπως επίσης και το "The Exonerated" , σαν μια ματιά των γερόλυκων, πίσω σε μνημεία σαν το "Death Cult Armageddon" ή το "Puritanical Euphoric Misanthropia", που σχετικά πρόσφατα έκαναν remastering, και ίσως κάπως να θυμήθηκαν τι σημαίνει να παίζει πραγματικά ακραία και μαγευτικά την ίδια στιγμή. Παρόμοιου vibe κομμάτι αποτελεί και το πιο περιπετειώδες "At The Precipice Of Converge" αλλά και το "Silk Minnes en Alkymist" με την πιο heavy διάθεση του, όπου μεταξύ άλλων, ο νεοφερμένος axeman, Damage, έχει κάνει πολλή καλή δουλειά σε σολιστικό επίπεδο, πίσω από τα ταυτόσημα riffs του Silenoz, τη γνωστή και μη εξαιρετέα χροιά του Shagrath που ξαναβρήκε τη φόρμα του, και των υπόλοιπων μελών που ξέρουμε ήδη εδώ και μιάμιση δεκαετία. Μερικά ακόμα bonus μέσα στο άλμπουμ αποτελούν και τραγούδια σαν το "As Seen In The Unseen" και "Recognizant" που παρά την άκρως απλωμένη αύρα τους και την έντονη συμφωνικότητα τους, μιλώντας για πενιές, το ψυχρό μαυρομεταλλικό στοιχείο βρίσκει μέσα τον εαυτό του.

Όσον αφορά τα πιο ατμοσφαιρικά σημεία, το εξ αρχής γνωστό, "Ulvgjeld & Blodsodel", ξεκινά σαν ιντερλούδιο, δημιουργώντας διαφορετικές εκρήξεις στη συνέχεια. Από την άλλη στιγμές σαν αυτή του "The Qryptfarer", δείχνει ένα κλασικό πρόσωπο των Dimmu Borgir χωρίς πολλά παραπάνω, όπως αντίστοιχα και το "Repository of Divine Transmutation", όπου εκτός της ακουστικής, αλά πρώιμης Ulver εισαγωγής, όλο το υπόλοιπο θυμίζει ακαθόριστα κάτι από την κλασική συνταγή της μουσικής τους. Το "Phantom Of The Nemesis" δε, είναι από αυτά που θα περάσουν και δε θα ακουμπήσουν, ενώ λίγο πιο ντεμί μιας και ξεχωρίζει στις λεπτομέρειες είναι το "Shadows Of A Thousand Perception", πατώντας στο ατού του μεγαλείου, που έστω και για λίγο χρειαζόταν και αυτός ο δίσκος. Τέλος μιας και αναφέραμε πως αυτός ο δίσκος έχει μια σινεματική δομή, το "Gjoll" είναι το outro για τα credits, απαλό, συμφωνικό, με μια σπιθαμή φωτός μέσα στο απόλυτο σκοτάδι, για την τσαχπινιά του φινάλε.

Σε γενικές γραμμές, το "Grand Serpent Rising", αναγεννά ξανά τους Dimmu Borgir, μετά το ιδιαίτερο, μα διφορούμενο "Abrahadabra" και φυσικά το "Eonian". Οχτώ χρόνια ήταν πολλά για μια νέα κυκλοφορία για μια τέτοια μπάντα και το βεληνεκές που έχουν, αλλά ίσως οι μκροκυκλοφορίες στο ενδιάμεσο, όπως η επανακυκλοφορία του "Puritanical Euphoric Misanthropia" που προαναφέρθηκε ή το "Inspiratio Profanus" με τις διασκευές, να τους έβαλε να θυμηθούν από που ξεκίνησαν, που βρέθηκαν και προς τα που θα πρέπει να προσανατολιστούν. Φυσικά δε μιλαμε για το magnum opus της καριέρας τους, και σίγουρα θα έπρεπε να περάσει μια κοπτοραπτική ως προς τους χρόνους και τη διαλογή των κομματιών, αλλά δεν παύει να ποντάρει σε στοιχεία που θυμίζουν τους Dimmu Borgir που ο κόσμος αγάπησε, και στιγμές που η δύναμη κι η ενέργεια ξαναβγαίνει στο προσκήνιο. Δε ξέρουμε με τη συχνότητα που κυκλοφορούν, πόσα άλμπουμ ακόμα να περιμένουμε από αυτούς, και πιθανότατα αυτό θα είναι το μοναδικό μέσα στη δεκαετία του 2020, αλλά το θετικό είναι το boost που ξαναείδαμε, κι αυτό πρέπει να κρατηθεί. Τώρα λοιπές κοκορομαχίες για ξεπουλήματα, φλωροπαιξίματα κτλ, ας περισσεύουν.

(7,5/10)

Γιάννης Χαρτζανιώτης



Δεν υπάρχουν σχόλια: