Κυριακή 22 Μαρτίου 2026

Via Doloris στο Metal View: Yπάρχει μια αναζήτηση για κάτι μεγαλύτερο έξω από τον εαυτό μας

Ο Gildas Le Pape πήρε και έδωσε πολλά μαζί με τους Satyricon, σαν κιθαρίστας τους για αρκετά χρόνια. Με την αποχώρησή του από τους Νορβηγούς θρύλους, ήρθε και η αποχή του από το black metal. Σαν ανήσυχο πνεύμα όπως είναι όμως, επανήλθε, με το προσωπικό του project, τους Via Doloris, κι ένα σκοτεινό, ερμητικό, μα και ποικίλο ντεμπούτο. Ο ίδιος ο μουσικός μιλάει στο Metal View για την μαυρομεταλλική επιστροφή του, και όσα διακυβεύονται στο "Guerre Et Paix".


-Αρχικά, πως προέκυψε το όραμα των Via Doloris;

Στην αρχή δεν υπήρχε κάποιο ιδιαίτερο όραμα. Είχα απλώς την ανάγκη να ξανακάνω μουσική, να ξαναπαίξω metal με κάποιο τρόπο, μετά από αρκετό καιρό αποχής. Εκείνη την περίοδο άκουγα πολλή πολύ γρήγορη μουσική και σκέφτηκα «θέλω να κάνω κι εγώ κάτι τέτοιο, ένα πολύ γρήγορο black metal άλμπουμ, καθαρτικό και επιθετικό, και να τελειώσω σε τρεις μήνες». Αυτή ήταν η αρχική ιδέα. Άρχισα να γράφω κάποια riffs, ίσως από τα πιο γρήγορα του δίσκου, και από εκεί ξεκίνησα να χτίζω τραγούδια. Στην πορεία όμως το project άλλαξε εντελώς μορφή. Από μια απλή ιδέα έγινε κάτι πολύ πιο βαθύ, πιο λεπτομερές, πιο συνδεδεμένο με ένα ευρύ φάσμα συναισθημάτων και πολύ πιο φιλόδοξο. Και κάπως έτσι φτάσαμε εδώ.

-Ναι, το καταλαβαίνω αυτό, γιατί κάτι που παρατήρησα στον δίσκο είναι ότι έχει μια πολύ απομονωμένη, ερμητική ατμόσφαιρα, πολύ σκοτεινή και απόκοσμη. Ένιωθες έτσι όταν έγραφες αυτή τη μουσική;

Είναι δύσκολο να το πω, γιατί γνωρίζω μόνο τον εαυτό μου, οπότε δεν μπορώ να κρίνω αντικειμενικά αν είμαι πολύ απομονωμένος. Ίσως είμαι, ίσως όχι. Ίσως είμαι απομονωμένος μέσα στο μυαλό και την καρδιά μου. Δεν είναι εύκολο να το αξιολογήσεις αυτό, γιατί όλοι βλέπουμε τον κόσμο μέσα από τα δικά μας φίλτρα. Αν προσπαθήσω να το δω πιο αντικειμενικά, υπάρχει σίγουρα μια σύνδεση με την απομόνωση, όπως συμβαίνει συχνά σε one-man-band projects. Αλλά υπάρχει και μια αναζήτηση για κάτι μεγαλύτερο έξω από τον εαυτό, κάτι στο οποίο θέλεις να φτάσεις. Νομίζω αυτό δίνει δυναμική στον δίσκο: η εσωτερικότητα σε συνδυασμό με την προσπάθεια να φτάσεις σε κάτι πιο ανοιχτό. Αυτό είναι βασικό στοιχείο, τόσο μουσικά όσο και συναισθηματικά.

-Ο τίτλος του άλμπουμ μεταφράζεται ως «Πόλεμος και Ειρήνη», σωστά; Βλέπω έναν έντονο συμβολισμό, τόσο στους στίχους όσο και στη μουσική, με αυτή τη σύγκρουση συναισθημάτων και την ένταση του ήχου. Ποια είναι η δική σου οπτική πίσω από τον τίτλο;

Είναι ουσιαστικά συνέχεια αυτού που είπα πριν. Έχει να κάνει με το μέσα και το έξω, με το πώς αντιμετωπίζεις την ύπαρξή σου ως άνθρωπος, πώς προσπαθείς να βρεις νόημα και λόγο να ζεις. Περισσότερο αφορά την ανθρώπινη κατάσταση και τους υπαρξιακούς αγώνες, παρά τον πόλεμο και την ειρήνη με την κυριολεκτική έννοια.

-Σαν να μιλάμε ότι ο Τολστόι γνώρισε τον Καμύ, για μια πορεία μέσα στο σκοτάδι προς το φως, μια αναζήτηση νοήματος στη ζωή...

Ναι, έχει νόημα αυτό που λες. Δεν ήταν κάτι προσχεδιασμένο, αλλά όσο δούλευα πάνω στο άλμπουμ ένιωθα ότι μπορώ να αγγίξω διαφορετικές πλευρές της ανθρώπινης ύπαρξης. Δεν μπορείς να τα καλύψεις όλα, αλλά προσπάθησα να εξερευνήσω αρκετά από αυτά, και χαίρομαι που κατάφερα να έρθω σε επαφή με αυτές τις διαφορετικές όψεις της ζωής και την εσώτερη αίσθηση της ύπαρξης και την προσπάθεια.

-Τα τραγούδια του δίσκου είναι σε αγγλικά, γαλλικά και νορβηγικά. Επέλεξες τις γλώσσες με βάση την ατμόσφαιρα κάθε κομματιού ή  ήρθαν από μόνες τους;

Έγραφα τους στίχους ανεξάρτητα από τη μουσική, σαν ποιήματα, και προέκυπταν σε διαφορετικές γλώσσες γιατί χρησιμοποιώ καθημερινά τρεις γλώσσες. Όταν έφτασα στο σημείο των φωνητικών, άρχισα να τα ταιριάζω με τα τραγούδια. Κάποια κομμάτια «ζητούσαν» αγγλικά, άλλα νορβηγικά λόγω της ατμόσφαιρας. Δεν το είχα αποφασίσει από πριν—μερικές φορές κι εγώ ο ίδιος εκπλησσόμουν.

-Μου άρεσαν ιδιαίτερα τα νορβηγικά κομμάτια, είχαν μια πιο ψυχρή και σκοτεινή αίσθηση, ενώ τα γαλλικά ήταν πιο λεπτά και αισθαντικά. Ήθελες να φέρεις κάτι νέο στον ήχο του black metal με αυτές τις μικρές πινελιές;

Νομίζω ότι υπάρχει κάτι διαφορετικό σε αυτό το project γενικά. Η μουσική είναι βασισμένη στα τραγούδια σαν δομές και όχι μόνο στα riffs. Τα θέματα είναι λιγότερο «άσπρο-μαύρο» και ίσως πιο λεπτοδουλεμένα. Ήθελα να δοκιμάσω κάτι διαφορετικό μέσα στο είδος, παρόλο που το αγαπώ πολύ μουσικά.

-Επίσης, παίζεις πολύ τεχνικά και έχεις πιο σύγχρονες ιδέες σε σχέση με τον τυπικό black metal ήχο. Αυτό δίνει μια πιο «γευστική» διάσταση στη μουσική σου—σαν νορβηγικό black metal, αλλά με περισσότερη «νοστιμιά», σαν να έχεις βάλει λίγο παραπάνω πιπέρι στον ήχο.

Ναι, καταλαβαίνω. Η σύγκριση με το φαγητό είναι πάντα εύστοχη. Δεν ξέρω αν μπορώ να πω πολλά πάνω σε αυτό, γιατί τα πράγματα προκύπτουν αρκετά φυσικά. Δεν είναι ότι έχω κάποιο σχέδιο, όπως «ας το κάνουμε λίγο πιο νορβηγικό» ή «λίγο πιο σουηδικό» ή «λίγο πιο γαλλικό». Απλώς φτιάχνω τη μουσική που νιώθω μέσα μου. Επίσης θέλω να βάζω κάτι δικό μου, αν και η παραγωγή δε θεωρώ πως έχει κάτι το ιδιαίτερο.

-Νιώθω επίσης ότι έχεις επηρεαστεί από τη δουλειά σου με τους Satyricon...

Φυσικά. Είμαι μεγάλος fan των Satyricon. Αυτός είναι και ο λόγος που μπήκα στο συγκρότημα όταν μου δόθηκε η ευκαιρία. Δεν ήταν απλώς μια δουλειά—ήμουν πραγματικός θαυμαστής. Μεγάλωσα με τους Satyricon, μαζί με άλλες μπάντες, οπότε είναι λογικό να υπάρχουν κάποια κοινά στοιχεία. Το ότι χρησιμοποιώ τον Frost στα τύμπανα είναι ένα πράγμα, αλλά δεν είναι καν αυτό το βασικό. Το βασικό είναι ο τρόπος που τοποθετούμε την κιθάρα στο κέντρο της μουσικής. Αυτό είναι κάτι που συνδέει τους Via Doloris με τους Satyricon. Κατά τα άλλα, η μουσική είναι αρκετά διαφορετική. Αλλά η κιθάρα παραμένει κυρίαρχη και καθορίζει τη ροή των τραγουδιών, και αυτό είναι ένα κοινό στοιχείο. Και φυσικά, μετά από  τόσα χρόνια στο συγκρότημα, αυτό γίνεται μέρος σου. Ακόμα κι αν ήταν ήδη μέσα μου επειδή μεγάλωσα με τη μουσική τους, το γεγονός ότι έπαιξα μαζί τους τόσα χρόνια σημαίνει ότι ένα κομμάτι από το «DNA» των Satyricon έχει περάσει και σε μένα.

-Μου θύμισε σε κάποια επικά σημεία το “Nemesis Divina”, αλλά σε πιο σύγχρονη μορφή, κάποια από τις μετέπειτα της πορείας τους, αλλά και λίγο από την επική πλευρά των Bathory.

Ναι, είναι πολύ ενδιαφέρον αυτό που λες, γιατί καταρχάς με τιμά ιδιαίτερα το να με συγκρίνουν με το Nemesis Divina και γενικά με τους Satyricon, ακόμα και με τους Bathory. Όσον αφορά την κιθάρα στο extreme και black metal, είναι προφανές ότι έχω επηρεαστεί πολύ από τους Satyricon, αλλά δεν σκοπεύω να το κρύψω. Έχω βάλει και δικά μου στοιχεία, αλλά όπως είπα, μεγάλωσα με αυτή τη μπάντα και έπαιξα και σε αυτήν. Όταν όμως μιλάμε για τους Bathory, είναι πολύ ενδιαφέρον που το αναφέρεις, γιατί λατρεύω πάρα πολύ την επική τους περίοδο. Λατρεύω την επική περίοδο των Bathory. Έχω ακούσει πάρα πολύ την επική περίοδο των Bathory. Και όταν έγραφα τη μουσική για αυτό το άλμπουμ, είχα βάλει στόχο να μην ακούω καθόλου metal ή extreme metal, ώστε να κρατήσω το μυαλό και τα αυτιά μου «καθαρά». Παρ’ όλα αυτά, άκουγα πολύ επικούς Bathory, από το Hammerheart και μετά. Οπότε είναι ενδιαφέρον που πιάνεις αυτή την ατμόσφαιρα, γιατί ήμουν πραγματικά βυθισμένος σε αυτήν, μέρα-νύχτα, παρόλο που η μουσική δεν είναι ίδια. Ζούσα ουσιαστικά μέσα σε αυτά τα άλμπουμ.

-Ναι, γιατί κάποια χορωδιακά σημεία ή κάποιες αρμονίες στην κιθάρα σου μου θυμίζουν πολύ το Hammerheart ή το Twilight of the Gods, αλλά σε μια πιο «παραμορφωμένη» εκδοχή. Επίσης, αυτή η επική και folk διάθεση ταιριάζει πολύ στη μουσική σου. Όλα αυτά τα χρόνια που ζεις στη Νορβηγία, επηρεάστηκες από την παραδοσιακή μουσική;

Λίγο. Ξέρω κάποια πράγματα από τη νορβηγική folk μουσική, αλλά δε με λες ειδήμονα. Γενικά με ενδιαφέρει η μουσική σαν έννοια, οπότε έχω εκτεθεί σε παραδοσιακή μουσική από διάφορα μέρη του κόσμου. Για τους Via Doloris, είχε νόημα να χρησιμοποιήσω κάποια στοιχεία νορβηγικής folk, αλλά με μέτρο—σαν αλατοπίπερο. Στην πραγματικότητα, υπάρχει ίσως περισσότερη επιρροή από κελτική μουσική της Βρετάνης, από όπου κατάγομαι στη Γαλλία. Είναι μια κελτική περιοχή με δική της παράδοση, και αυτό φαίνεται περισσότερο σε κάποιες επιλογές. Αυτός ήταν ένας συνειδητός τρόπος να «χρωματίσω» τη μουσική. Αλλά δεν θα ήθελα ποτέ να κάνω καθαρό folk ή folk metal. Μου φαίνεται λίγο επιφανειακό να παίρνεις απλώς στοιχεία και να τα κολλάς για να «ακούγεται folk». Σαν να αλλάζεις προσωπικότητα μέσα στο ίδιο τραγούδι. Προτιμώ να είναι κάτι διακριτικό και ουσιαστικό. Και νομίζω ότι το πέτυχα. Μάλιστα, με τον Frost είχαμε συζητήσει πολύ για το τελευταίο κομμάτι του δίσκου, το "Vidsommens Vei". Μου είπε ότι τον εντυπωσίασε το πόσο φυσικά συνδυάζονται black metal με folk prog των ’70s. Χάρηκα πολύ όταν το είπε, γιατί αυτό ακριβώς ήθελα να κάνω—έστω κι αν προέκυψε πιο αυθόρμητα. Και νομίζω ότι κάτι τέτοιο δεν έχει ξαναγίνει έτσι. Υπάρχουν μπάντες που χρησιμοποιούν folk ή progressive στοιχεία, αλλά συνήθως είναι πολύ προφανές. Οι  Via Doloris έχουν πολλές λεπτομέρειες για όποιον μπορεί να τις ακούσει.

-Σχετικά με τον Frost, πώς αποφάσισες να έχεις αυτόν στα ντραμς;

Στην πραγματικότητα, δεν ξέρω αν είναι τόσο προφανές, γιατί συνηθίζω να φτιάχνω τη μουσική στο home studio μου. Ξεκινάω με την κιθάρα, γράφω riffs και μετά προγραμματίζω τα τύμπανα. Καθώς τα τραγούδια εξελίσσονταν, άρχισα όλο και περισσότερο να «ακούω» στο μυαλό μου πώς θα έπαιζε εκείνος τα drums. Και κάποια στιγμή σκέφτηκα ότι είναι αστείο, γιατί ουσιαστικά γράφω πράγματα που νιώθω ότι θα έπαιζε όντως ο Frost. Δεν είναι περίεργο, βέβαια, γιατί παίζαμε μαζί 6-7 χρόνια, οπότε αυτό σου αφήνει ένα αποτύπωμα. Είναι ο ντράμερ με τον οποίο έχω παίξει περισσότερο στη ζωή μου, άρα είναι απολύτως λογικό να έχω συνηθίσει τον ήχο και το στυλ του. Και φυσικά, είναι ίσως ο καλύτερος ντράμερ στο είδος, οπότε αποτελεί και μια πολύ καλή «αναφορά». Παρόλα αυτά, δεν του είχα μιλήσει για τους Via Doloris πριν ολοκληρώσω τα demo. Όταν άρχισα να ψάχνω ντράμερ για την ηχογράφηση, σκέφτηκα αρχικά να μην τον ρωτήσω, γιατί προερχόμαστε και οι δύο από τους Satyricon και μου φαινόταν κάπως περίεργο. Αλλά τελικά κατέληξα ότι ήταν η καλύτερη καλλιτεχνική επιλογή για τη μουσική. Ανεξάρτητα από τη διαδικασία, έχει την καλύτερη προσέγγιση για κάτι τέτοιο. Έτσι του έστειλα τα demo και τον ρώτησα τη γνώμη του. Ήταν αρκετά ενθουσιασμένος και αποφάσισε να συμμετάσχει στο άλμπουμ.

Πώς βλέπεις τη συνέχεια του Via Doloris; Θα μείνει στούντιο project ή σκέφτεσαι να κάνεις και live;

Προς το παρόν δεν έχει αποφασιστεί κάτι για live. Θα ήθελα να πω περισσότερα, αλλά δεν μπορώ ακόμα. Έχω ήδη ιδέες για τη συνέχεια και δουλεύω νέο υλικό σε παρόμοιο ύφος. Υπάρχουν αρκετά πράγματα στο μυαλό μου. Δεν ξέρω ακόμα για συναυλίες, αλλά κάτι ετοιμάζεται και ελπίζω σύντομα να μπορώ να πω περισσότερα.

-Τελευταία ερώτηση: μετά από 10 χρόνια αποχής από τον χώρο, πώς βλέπεις τη σκηνή του black metal σήμερα;

Για να είμαι ειλικρινής, δεν παρακολουθώ πολύ στενά τη σκηνή. Ξέρω κάποια μεγάλα ονόματα, κυρίως από περιέργεια ή από προτάσεις φίλων. Υπάρχει τεράστια ποσότητα μουσικής και δεν αφιερώνω πολύ χρόνο στο να ακούω black metal, παρόλο που το αγαπώ. Ξέρω τι μου αρέσει και σπάνια βρίσκω κάτι νέο που να με εμπνέει στο είδος, οπότε στρέφομαι και σε άλλα είδη μουσικής. Αυτό που έχω παρατηρήσει είναι ότι ο ήχος της παραγωγής έχει γίνει πολύ σημαντικός, ενώ τα ίδια τα τραγούδια και τα riffs λιγότερο. Κι αυτό είναι κρίμα, γιατί χωρίς καλή σύνθεση το αποτέλεσμα γίνεται πιο επιφανειακό.  Θωρώ πως αυτή η μουσική θέλει κιθάρα, θέλει riffing. Αλλά ξαναλέω, δεν είμαι ειδικός, μπορεί αύριο να ακούσω κάτι και να αλλάξω γνώμη.

Γιάννης Χαρτζανιώτης


ENGLISH VERSION



– First of all, how did the vision for Via Doloris come about?

At first, there wasn’t any particular vision. I simply felt the need to make music again, to play metal in some way after quite a long break. At that time, I was listening to a lot of very fast music, and I thought, “I want to do something like that too—a very fast black metal album, something cathartic and aggressive, and finish it in three months.” That was the initial idea. I started writing some riffs, probably some of the fastest on the record, and from there I began building songs. But along the way, the project completely changed form. From a simple idea, it became something much deeper, more detailed, more connected to a wide range of emotions, and much more ambitious. And that’s how we ended up here.

– Yes, I can understand that, because something I noticed about the album is that it has a very isolated, hermetic atmosphere—very dark and otherworldly. Did you feel that way while writing this music?

It’s difficult to say, because I only know myself, so I can’t objectively judge whether I’m very isolated or not. Maybe I am, maybe I’m not. Perhaps I’m isolated within my mind and heart. It’s not easy to evaluate that, because we all see the world through our own filters. If I try to look at it more objectively, there is certainly a connection to isolation, as is often the case with one-man-band projects. But there is also a search for something greater outside oneself—something you want to reach. I think that’s what gives the album its dynamic: this sense of inwardness combined with the attempt to reach something more open. That’s a fundamental element, both musically and emotionally.

– The album title translates as “War and Peace,” right? I see strong symbolism, both in the lyrics and the music, with this clash of emotions and the intensity of the sound. What’s your perspective behind the title?

It’s essentially a continuation of what I mentioned earlier. It has to do with the inner and the outer—how you deal with your existence as a human being, how you try to find meaning and a reason to live. It’s more about the human condition and existential struggles than about war and peace in a literal sense.

– It’s like Tolstoy meeting Camus—a journey through darkness toward light, a search for meaning in life…

Yes, that makes sense. It wasn’t something planned, but as I worked on the album, I felt I could touch on different aspects of human existence. You can’t cover everything, but I tried to explore quite a few of them, and I’m glad I managed to connect with these different sides of life—the inner sense of existence and the struggle itself.

– The songs on the album are in English, French, and Norwegian. Did you choose the languages based on the atmosphere of each track, or did they come naturally?

I wrote the lyrics independently from the music, like poems, and they emerged in different languages because I use three languages daily. When I reached the vocal stage, I started matching them with the songs. Some tracks “asked” for English, others for Norwegian because of the atmosphere. It wasn’t pre-planned—sometimes even I was surprised.

– I especially liked the Norwegian tracks—they had a colder, darker feel, while the French ones were more delicate and emotional. Were you trying to bring something new to black metal with these touches?

I think there’s something different about this project in general. The music is very, of course, it's guitar driven, but it's very song driven. The themes are less “black and white” and perhaps more nuanced. I wanted to try something different within the genre, even though I love it deeply.

– You also play very technically and have more modern ideas compared to typical black metal. It gives your music a more “flavorful” dimension—like Norwegian black metal, but with extra seasoning, like adding a bit more pepper to the sound.

Yes, I understand that. Comparing it to food is always accurate. I don’t know if I can say much about it, because things come quite naturally. It’s not like I have a plan such as “let’s make it more Norwegian” or “more Swedish” or “more French.” I just create the music I feel inside. I also want to add something of my own

– I also feel you’ve been influenced by your work with Satyricon…

Of course. I’m a big fan of Satyricon. That’s why I joined the band when I had the opportunity. It wasn’t just a job—I was a real fan. I grew up with Satyricon, along with other bands, so it’s natural that there are some shared elements. Using Frost on drums is one thing, but that’s not even the main point. The main thing is how we place the guitar at the center of the music. That’s something that connects Via Doloris with Satyricon. Otherwise, the music is quite different. But the guitar remains dominant and shapes the flow of the songs, and that’s a common trait. And of course, after so many years in the band, it becomes part of you. Even if it was already inside me from growing up with their music, playing with them for so long means that part of Satyricon’s “DNA” has become part of me.

– Some epic parts reminded me of “Nemesis Divina,” but in a more modern form, as well as a bit of Bathory’s epic side.

Yes, that’s very interesting—and it’s a great honor to be compared to Nemesis Divina and to Satyricon in general, even to Bathory. As for guitar in extreme and black metal, it’s obvious that I’ve been heavily influenced by Satyricon, and I’m not trying to hide that. I’ve added my own elements, but as I said, I grew up with that band and played in it. When it comes to Bathory, it’s very interesting that you mention them, because I absolutely love their epic period. I’ve listened to it a lot. And when I was writing this album, I made a point of not listening to any metal or extreme metal, to keep my mind and ears “clean.” However, I did listen to a lot of epic Bathory, from Hammerheart onward. So it’s interesting that you picked up on that atmosphere, because I was really immersed in it day and night, even though the music isn’t the same. I was essentially living inside those albums.

– Yes, because some of the choral parts or guitar harmonies remind me a lot of Hammerheart or Twilight of the Gods, but in a more “distorted” version. Also, this epic and folk feeling fits your music very well. After all these years living in Norway, have you been influenced by traditional music?

A bit. I know some things about Norwegian folk music, but I wouldn’t call myself an expert. In general, I’m interested in music as a concept, so I’ve been exposed to traditional music from different parts of the world. For Via Doloris, it made sense to use some elements of Norwegian folk, but in moderation—like seasoning. In fact, there might be more influence from Celtic music from Brittany, where I come from in France. It’s a Celtic region with its own tradition, and that comes through more in certain choices. That was a conscious way to “color” the music. But I would never want to make pure folk or folk metal. It feels a bit superficial to just take elements and paste them in to “sound folk.” It’s like changing personality within the same song. I prefer it to be subtle and meaningful. And I think I achieved that. In fact, Frost and I talked a lot about the final track, “Vidsommens Vei.” He told me he was impressed by how naturally black metal blends with ’70s folk prog. I was really happy to hear that, because that’s exactly what I wanted to do—even if it came out more spontaneously. And I think it’s something that hasn’t really been done like this before. There are bands that use folk or progressive elements, but it’s usually very obvious. Via Doloris has many details for those who can hear them.

– Regarding Frost, how did you decide to have him on drums?

Actually, I don’t know if it’s that obvious, because I usually create music in my home studio. I start with the guitar, write riffs, and then program the drums. As the songs developed, I increasingly started “hearing” in my head how he would play the drums. At some point, I thought it was funny, because I was essentially writing things that felt like Frost would actually play. That’s not strange, of course, since we played together for 6–7 years, so it leaves an imprint. He’s the drummer I’ve played with the most in my life, so it’s completely natural that I’ve internalized his sound and style. And of course, he’s probably the best drummer in the genre, so he’s a great reference point. Still, I hadn’t talked to him about Via Doloris before finishing the demos. When I started looking for a drummer for the recording, I initially thought not to ask him, since we both come from Satyricon and it felt a bit strange. But in the end, I concluded that he was the best artistic choice for the music. Regardless of the process, he has the best approach for something like this. So I sent him the demos and asked for his opinion. He was quite enthusiastic and decided to participate in the album.

– How do you see the future of Via Doloris? Will it remain a studio project, or are you thinking about playing live?

For now, nothing has been decided about live shows. I’d like to say more, but I can’t yet. I already have ideas for what’s next and I’m working on new material in a similar vein. There are quite a few things in my mind. I’m not sure about concerts yet, but something is being prepared, and I hope I’ll be able to say more soon.

– Final question: after 10 years away from the scene, how do you see the black metal scene today?

To be honest, I don’t follow the scene very closely. I know some big names, mostly out of curiosity or from friends’ recommendations. There’s an enormous amount of music, and I don’t spend much time listening to black metal, even though I love it. I know what I like, and I rarely find something new in the genre that truly inspires me, so I turn to other types of music as well. What I’ve noticed is that production sound has become very important, while the songs and riffs themselves less so. And that’s a shame, because without good composition, the result becomes more superficial. I think this music needs guitar—it needs riffing. But again, I’m not an expert; maybe tomorrow I’ll hear something that changes my mind.

Δεν υπάρχουν σχόλια: